Η Μεγάλη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας

Η Μεγάλη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας ιδρύθηκε από τους Πτολεμαίους και αναπτύχθηκε ευρέως χάρη στη βοήθεια σπουδαίων Ελλήνων επιστημόνων της εποχής και ανθρώπων του πνεύματος, όπως ήταν ο Δημήτριος ο Φαληρεύς που συγκέντρωσε όλη τη γραπτή γνώση και ο Καλλίμαχος που πρώτος οργάνωσε τη γνώση αυτή με τους δικούς του τρόπους ταξινόμησης.

Ως προϊστάμενοι (βιβλιοθηκονόμοι) της Βιβλιοθήκης  κατά τον Στράβωνα, ο οποίος και υποστηρίζει ότι ο Αριστοτέλης υπέδειξε στους βασιλείς της Αιγύπτου και τον τρόπο συγκρότησης της Βιβλιοθήκης, ορίστηκαν  πρώτος ο Ζηνόδοτος ο οποίος γεννήθηκε στην Έφεσο και κατόπιν ο Καλλίμαχος ο οποίος γεννήθηκε στην Κυρήνη.

Η δραστηριότητά του Ζηνόδοτου τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 3ου π.Χ. αιώνα και πήρε τον τίτλο «των εν Αλεξανδρεία Βιβλιοθηκών προστάτης» καθώς και «βιβλιοφύλαξ» που σήμαινε φύλακας αρχείου. Ο Ζηνόδοτος ήταν συγγραφέας ποιημάτων και ανέβαλε το κοπιώδες έργο μιας κριτικής των έργων του Ομήρου. Για τη συμβολή του στη Βιβλιοθήκη γνωρίζουμε πολύ λίγα. Ένα από αυτά ήταν ότι τον διαδέχτηκε ο Απολλώνιος ο Ρόδιος.

Αυτός όμως που συνέδεσε όσο κανείς το όνομα του με τη Βιβλιοθήκη, ήταν ο Καλλίμαχος. Έγινε προϊστάμενος της Βιβλιοθήκης επί Πτολεμαίου Φιλάδελφου και του ανατέθηκε το δύσκολο έργο της ταξινόμησης χιλιάδων κυλίνδρων που είχαν συγκεντρωθεί. Εκείνος δηλαδή οργάνωσε τη συλλογή της Βιβλιοθήκης, δημιουργώντας τον πρώτο περιεκτικό πίνακα των αποκτημάτων της. Οι περίφημοι «Πίνακές» του, που τους συνθέτουν 120 βιβλία και τα συγγράμματά του που αριθμούν περισσότερα από 800 έργα, τον έχουν χαρακτηρίσει ως ακαταπόνητο εργάτη του βιβλίου. Από τα αμέτρητα χαμένα αποκτήματα της Βιβλιοθήκης οι «Πίνακες» θα μπορούσαν άνετα να χαρακτηριστούν από τα πιο χρήσιμα για εμάς σήμερα.

Υπάρχει περίπτωση το βιβλιακό υλικό που παρέλαβε ο Καλλίμαχος από το Ζηνόδοτο να είχε υποστεί κάποια προηγούμενη επεξεργασία, δηλαδή μια πρώτη ταξινόμηση από τον Αλέξανδρο από την Πλευρώνα, το Λυκόφρονα και το Ζηνόδοτο. Επίσης, η φιλοσοφία των «Πινάκων», ίσως να ήταν έμπνευση του Καλλίμαχου και να μην επηρεάστηκε από τη μέθοδο ταξινόμησης που χρησιμοποιούσαν οι περιπατητικοί στο Λύκειο των Αθηνών, ή ακόμα πιο πίσω στις μεθόδους που είχαν καθιερώσει οι Βαβυλώνιοι στις μεγάλες αρχειακές βιβλιοθήκες τους.

Βιβλιοθηκονόμοι όμως στην Βιβλιοθήκη υπήρξαν και οι Απολλώνιος ο Ρόδιος, ο Ερατοσθένης,  ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, ο Απολλώνιος ο Ειδογράφος, ο Αρίσταρχος ενώ μετά από αυτόν παρατηρείται γενική υποβάθμιση της πνευματικής ζωής, που γίνεται φανερή και από το γεγονός ότι στη θέση του προϊστάμενου της Βιβλιοθήκης διορίζεται κάποιος αξιωματικός του στρατού, ο Κύδας (λογχοφόρος). Τελευταίος προϊστάμενος της Βιβλιοθήκης μάλλον ήταν ο Ονήσανδρος από τη Ναυσικράτη, υποστηρικτής σύμφωνα με κυπριακή επιγραφή, του Πτολεμαίου Θ’.

Η Αρχαία Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας υπήρξε ένα εγχείρημα τόσο αξιόλογο που παρέμεινε ανυπέρβλητο και στους νεότερους χρόνους. Πάνω από μια χιλιετία τα επιστημονικά επιτεύγματα της Αρχαίας Αλεξάνδρειας υπήρξαν φάρος που καθοδήγησε χιλιάδες μελετητές του ισλαμικού και χριστιανικού Μεσαίωνα και κορυφαίους ανθρωπιστές της ευρωπαϊκής Αναγέννησης. Πριν την αλεξανδρινή εποχή η γνώση του παρελθόντος ήταν «χαμένη» σε διάφορα τοπικά κέντρα. Το γεγονός ότι η Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη υπήρξε η πρώτη Οικουμενική Βιβλιοθήκη γνώσεων της προσέδωσε αμέσως διεθνή εμβέλεια.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί  ότι τίποτα δεν έχει σωθεί από την ιστορική Βιβλιοθήκη. Οι επί τόπου έρευνες και ανασκαφές των αρχαιολόγων δεν έφεραν στο φως κανένα εύρημα που θα μπορούσε να μας διαφωτίσει ως προς τη μακρόχρονη τύχη και ιστορία της Μεγάλης Βιβλιοθήκης και του γειτονικού Μουσείου. Όλες οι σχετικές γνώσεις που έχουμε σήμερα προέρχονται από την αρχαιολογική μελέτη κειμένων και από τις επίμονες αναζητήσεις ιστορικών και ερευνητών που μελέτησαν διεξοδικά πληθώρα υλικού από ενδείξεις και μαρτυρίες του παρελθόντος. Πάντα με προσπάθεια τεκμηρίωσης ώστε να πλαστεί μια εικόνα όσο το δυνατόν πληρέστερη και συγκροτημένη.

Βιβλιοθήκη σύμφωνα με τους Έλληνες οι οποίοι εφηύραν τον όρο, είναι η αποθήκη βιβλίων.
Δημόσιες συλλογές βιβλίων γίνονταν κατά τους αρχαίους χρόνους, παρ’ όλο που οι αρχαίες πολιτείες ελάχιστα φρόντιζαν για τη δημόσια εκπαίδευση. Η βιβλιοθήκη του Πεισίστρατου (σύμφωνα με τον Αύλο Γέλλιο) ενώ ιδρύθηκε για δημόσια χρήση κατά τον 6ο αιώνα μεταφέρθηκε από τον Ξέρξη στη Περσία. Στη συνέχεια αποκτήθηκε από τον Σέλευκο Νικάτωρα αποδόθηκε πάλι στους Αθηναίους.

Κατά την περίοδο της ακμής της Αθήνας αναπτύχθηκαν και μεγάλες ιδιωτικές συλλογές βιβλίων, εκ των οποίων οι πιο ουσιώδεις ήταν του Ευριπίδη, του Αριστοτέλη, του Ευκλείδη. Ο δε Στράβων λέει, ότι από όσα γνωρίζει, πρώτος ο Αριστοτέλης συνέλεξε βιβλία και δίδαξε στους βασιλείς της Αιγύπτου τη διάταξή τους. Λέει επίσης ότι η βιβλιοθήκη αυτή ήταν η πρώτη στο είδος της, πράγμα βέβαια που ισχύει αλλά όχι εξ’ ολοκλήρου. Σίγουρα πάντως μας δείχνει το βαθμό δυσκολίας της εποχής στη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού βιβλίων.

Τη βιβλιοθήκη αυτή κληρονόμησε ο Νηλεύς, μαθητής του Αριστοτέλη, του οποίου οι κληρονόμοι, φοβούμενοι τη μανία των βασιλέων της Περγάμου να συλλέγουν και αρπάζουν βιβλία από παντού για τη βιβλιοθήκη που σχημάτιζαν στην Πέργαμο, έκρυψαν τα βιβλία της συλλογής του Αριστοτέλη σε υπόγεια και στη συνέχεια τα πούλησαν στον περιπατητικό φιλόσοφο Απελλικώνα. Ένα όμως μέρος της συλλογής αυτής πωλήθηκε στο βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίο τον Φιλάδελφο, ο οποίος την έστειλε στην Αλεξάνδρεια για την περίφημη ιδρυθείσα εκεί βιβλιοθήκη του, μαζί με άλλα βιβλία που μάζεψε από την Αθήνα και την Ρόδο.

Η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και η «αδελφή» της, εκείνη της Περγάμου είναι οι πιο διάσημες της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας. Η αλεξανδρινή όμως είναι με διαφορά η πρώτη της εποχής εκείνης. Είναι το αρχαίο πρότυπο των σημερινών εθνικών βιβλιοθηκών. Η σημασία της δε τεράστια γιατί σε αυτή δημιουργήθηκαν οι πρώτοι κατάλογοι βιβλιοθήκης και τα πρότυπα της αρχαίας ευρετηρίασης βιβλίων. Παρά τη μεγάλη της σημασία όμως ως βιβλιοθήκης της αρχαιότητας και ως αρχαίας επιστήμης και τομέα της λογοτεχνίας οι μαρτυρίες μας είναι ανεπαρκείς και μερικές γιατί μας λείπουν αρχαιολογικές πηγές. Έτσι, πολλά προβλήματα έρευνας έχουν προκύψει, όπως:
Η ημερομηνία κατασκευής της, η διαμόρφωση των δωματίων, η οργάνωση, η φύλαξη των περγαμηνών και τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταστροφή της.

Μέσα στα πλαίσια της ακμής της ελληνιστικής περιόδου, όπου στις εξελληνισμένες από τον Μέγα Αλέξανδρο πόλεις ζούσαν ιερείς, επιστήμονες, ζωγράφοι ποιητές και συγγραφείς, μεταδίδοντας τον παλμό των γραμμάτων και των τεχνών, υπό την καθοδήγηση πάντα των κυβερνητών, ιδρύεται στην Αλεξάνδρεια με την υποστήριξη της κυβέρνησης των Πτολεμαίων η Βιβλιοθήκη και το Μουσείο. Το πιο πιθανό δηλαδή είναι ότι η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας ιδρύθηκε την εποχή του πρώτου από τους Λαγίδες, του Πτολεμαίου του 1ου, του επιλεγόμενου Σωτήρος, που βασίλεψε στα χρόνια 306-283 προ Χριστού.

Οι ίδιοι οι Πτολεμαίοι αντιλήφθηκαν τη θαυμάσια θέση της πρωτεύουσάς τους, ως ενωτικού σημείου μεταξύ Ανατολής και Δύσης και προσπάθησαν να την κάνουν εστία πολιτισμού και φωτός για τον αρχαίο κόσμο. Καθ’ υπόδειξη του Δημήτριου Φαληρέως (που όπως φαίνεται ήταν ο πρώτος διευθύνων της Βιβλιοθήκης, ή από τους πρώτους) κλήθηκαν από παντού σοφοί, ποιητές και επιφανείς φιλόσοφοι για την ίδρυση του Μουσείου και των Βιβλιοθηκών της Αλεξάνδρειας.

Στη Βιβλιοθήκη του Μουσείου συγκεντρώθηκαν έργα της μεγαλοφυΐας του παρελθόντος όπου ονομαστοί επιμελητές της, επιδόθηκαν στον καταρτισμό Ευρετηρίων, σε κριτικές και σχολιασμό των κειμένων, όπως ο Ζηνόδοτος ο Εφέσιος του οποίου το έργο συνέχισαν οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι.

Η συλλογή της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης εγκαταστάθηκε στη συνοικία του Βρουχίου κοντά στο λιμάνι αφ’ ενός, και το υπόλοιπο τμήμα της, σαν παράρτημα του πρώτου, στεγάστηκε από τον Πτολεμαίο τον Φιλάδελφο στον περίβολο του ναού του Σέραπι (Σεράπειον).

Για την καταστροφή της Βιβλιοθήκης έχουν πολλά ειπωθεί κατά καιρούς. Οι περισσότερες προσεγγίσεις όμως, συνοψίζονται στην άποψη ότι η μοίρα της ήταν όμοια των υπολοίπων βιβλιοθηκών της εποχής, οι οποίες τότε και σε πιο ύστερες περιόδους περιήλθαν σε εγκατάλειψη και αργό θάνατο, και στα χέρια των κοινωνικών αναστατώσεων.

«…ο Καίσαρας κατέφυγε στην πόλη ύστερα από τη μάχη των Φαρσάλων, καταδιώκοντας τον αντίπαλό του Πομπήιο, αλλά ο δεύτερος δολοφονήθηκε από τον Αχείλλα. Στη συνέχεια κατεδίωξε και τον ίδιο τον Καίσαρα με αποτέλεσμα να πυρποληθεί ο στόλος του στο λιμάνι, από όπου ξέσπασε φωτιά και στα γειτονικά οικοδομήματα…» έτσι εικάζεται ότι προσβλήθηκε η Βιβλιοθήκη του Βρουχίου και καταστράφηκαν και οι  400.000 τόμοι που περιελάμβανε.

Η ιστορία μας λέει ότι ύστερα από το φόνο του Καίσαρα, ο Μάρκος Αντώνιος, καταγοητευμένος από τη βασίλισσα της Αιγύπτου, Κλεοπάτρα, της δώρισε 200.000 τόμους περγαμηνών από τη Βιβλιοθήκη της Περγάμου κατά πάσα πιθανότητα (αν και αμφισβητείται) που τοποθετήθηκαν στο Σεράπειον, εκεί δηλαδή που έμελλε να φιλοξενηθεί η Βιβλιοθήκη από εκείνη τη στιγμή και ύστερα.

Όμως η καταστροφή δεν επρόκειτο να σταματήσει εκεί, καθώς τότε ήταν μια εποχή ταραγμένη κοινωνικά μα και θρησκευτικά… Απεγνωσμένα οι χριστιανοί της Αλεξάνδρειας αναζητούσαν ναούς για τη στέγαση των συγκεντρώσεων και λειτουργιών τους, ενώ έκδηλο ήταν το μένος τους εναντίον του ειδωλολατρισμού, και του πολιτισμού προερχόμενου από τους Έλληνες. Ο Θεοδόσιος παραχώρησε στον Πατριάρχη Θεόφιλο ύστερα από μεγάλες πιέσεις τον παλιό ναό του Βάκχου για να τον χρησιμοποιήσει το ποίμνιό του. Όμως φάνηκε από διάφορα ευρήματα που ήρθαν στο φως, ότι στο ναό αυτό πραγματοποιήθηκαν άσεμνες τελετές εκ μέρους των χριστιανών. Αυτό πυροδότησε την οργή των ειδωλολατρών οι οποίοι εξεγέρθηκαν εναντίων τους, αλλά αποκρούστηκαν και οχυρώθηκαν στο Σεράπειον. Ο χριστιανικός όχλος καθοδηγημένος από το Θεόφιλο και με το σύνθημα (…) «ες εδαφος φερειν» ξεχύθηκε εναντίον του Σεραπείου το οποίο συλήθηκε ως οικοδόμημα με τα κείμενα, ιερά και πολύτιμα αντικείμενά του.

Παρά την μακραίωνη προβολή του Φιλάδελφου ως ιδρυτού της Βιβλιοθήκης, πιστεύεται ότι ιδρυτής της Βιβλιοθήκης ήταν ο πατέρας του, ο Πτολεμαίος ο Α’, ο Σωτήρ. Ίσως να υπάρχει αυτή η σύγχυση εξαιτίας του γεγονότος ότι η Βιβλιοθήκη άρχισε να λειτουργεί επί Πτολεμαίου Φιλάδελφου. Ένα στοιχείο που ισχυροποιεί την άποψη ότι ο Σωτήρ ήταν ο ιδρυτής, είναι η συμβολή του Δημητρίου Φαληρέως, με τον οποίο συνεργάστηκε για την ίδρυσή της. Η δράση λοιπόν του Δημητρίου ως προς την ανέγερση του Μουσείου και της Βιβλιοθήκης δεν συμπίπτει χρονικά με το έργο του Φιλάδελφου, αλλά με του Σωτήρος.

Η περίφημη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας κατόρθωσε με τον καιρό να συγκεντρώσει όλη την αρχαία ελληνική πνευματική παραγωγή. Στις στοές και στις εξέδρες, στη βιβλιοθήκη και το εστιατόριο του Μουσείου έζησαν και έδρασαν άνδρες των οποίων η επίδραση στην ιστορία και εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος είναι αφάνταστα μεγάλη. Ύστερα από έναν αιώνα και περισσότερο, ο αριθμός των κειμένων υπερέβη τη χωρητικότητα του κτιρίου και προέκυψε ανάγκη να δημιουργηθεί παράρτημα για να φιλοξενήσει το πλεόνασμα των συγγραμμάτων. Το παράρτημα αυτό ανεγέρθη από τον Πτολεμαίο ΄Γ τον Ευεργέτη και ενσωματώθηκε στο Σεραπείο. Το τμήμα αυτό λειτούργησε ως πλήρης βιβλιοθήκη και, τη ρωμαϊκή περίοδο εξελίχθηκε σε παραγωγικότατο εκπαιδευτικό και ερευνητικό κέντρο.

Η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας δεν υπήρξε ποτέ πρότυπο δημόσιας βιβλιοθήκης όπως θα περίμενε κανείς, αλλά λειτούργησε με ένα ιδιότυπο καθεστώς και σ’ ένα περιβάλλον που θύμιζε κλειστή κοινωνία. Οι λόγοι που οδήγησαν σ’ αυτή την εκπληκτική-ιστορική συγκέντρωση βιβλίων, ήταν:
1. Το μεγάλο άνοιγμα του ελληνισμού προς την Ανατολή
2. Η εισαγωγή της φιλολογικής τέχνης στα λογοτεχνικά κείμενα
3. Η έντονη βιβλιοφιλική διάθεση που επέδειξαν οι πρώτοι Πτολεμαίοι Βασιλείς
Η εδραίωση δε του ελληνισμού σε χώρες με τόσο διαφορετική φιλοσοφική σκέψη από την ελληνική, δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα στον πνευματικό κόσμο.

Στο πλαίσιο αυτό της ελληνικής πολιτισμικής πραγματικότητας πρέπει να ενταχθεί η ίδρυση μεγάλων πολιτιστικών κέντρων γύρω από βιβλιοθήκες και τη συγγραφή 40 σπουδαίων ιστορικών έργων των λαών της ανατολής στην ελληνική γλώσσα, με σκοπό τα έργα αυτά να αποτελέσουν το νέο ιστορικό υπόβαθρο της ανατολικής παράδοσης σε μια κοινή και κατανοητή γλώσσα, την ελληνική. Φαίνεται πως την πρωτοβουλία αυτή είχε ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος. Σύμφωνα με μια αρμενική παράδοση, στα αρχεία της Νινευή υπήρχε ένα κείμενο που άρχιζε ως εξής: «το βιβλίο αυτό, που μεταφράστηκε από τα χαλδαϊκά στα ελληνικά κατά διαταγή του Αλεξάνδρου, περιέχει την αληθινή ιστορία των προγόνων μας».

Η φιλολογία που αντλούσε την παράδοσή της από τον ιωνικό και τον αττικό ελληνισμό, βρήκε στην Αλεξάνδρεια τις ιδανικές συνθήκες για να αναπτυχθεί ως επιστήμη πλέον. Επίσης η στάση των φιλολόγων απέναντι στην επανεκτίμηση της γραπτής παράδοσης και στην ανάγκη να δημιουργηθούν αξιόπιστα αντίγραφα της ελληνικής γραμματείας, βοήθησε στη συγκέντρωση περισσότερου βιβλιακού υλικού. Και όλα αυτά με στόχο τη δημιουργία μιας οικουμενικής βιβλιοθήκης.

Η τύχη της Βιβλιοθήκης είναι ένα από τα θέματα που απασχόλησαν όχι μόνο πολλούς διακεκριμένους ερευνητές της εποχής μας, αλλά και πολλούς φιλόσοφους της εποχής εκείνης. Πολλά γράφτηκαν αλλά ελάχιστα από αυτά θεωρούνται έγκυρα. Οι θεωρίες για την καταστροφή της διαιρούνται σε δυο απόψεις, η πρώτη άποψη θέλει και τον Ιούλιο Καίσαρα υπεύθυνο και η δεύτερη τους Άραβες. Οι απόψεις είναι διφορούμενες σε όλες τις πηγές που αναφέρονται σε αυτό το θέμα.

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η Βιβλιοθήκη καταστράφηκε, αλλά δεν έχει προσδιοριστεί ο τρόπος, ο χρόνος, το τι διασώθηκε (αν διασώθηκε και φυγαδεύτηκε) και κυρίως αν υπήρξε σκοπιμότητα. Μεγάλο εμπόδιο για τους ερευνητές ήταν το γεγονός ότι όλα τα γραπτά ήταν σε διάφορες γλώσσες, κυρίως στην ελληνική, αλλά επίσης λατινική και αραβική. Η πλειοψηφία των ερευνητών κατέφυγε σε μεταφράσεις. Δυο σημαντικά ιστορικά γεγονότα όμως επικεντρώνουν το ενδιαφέρον των ερευνητών, ως αίτια για την καταστροφή της: ο Αλεξανδρινός Πόλεμος το 48 π.Χ. και η κατάκτηση της Αιγύπτου από τους Άραβες το 642 μ.Χ.

Αν σκεφτεί κανείς ότι επέζησε μόνο το εν δέκατον του αρχικού πλούτου της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας είναι εύλογο, ότι η γνώση μας για το περιεχόμενό της είναι ελάχιστη.
Παρ’ όλα αυτά, με τη βοήθεια των λογοτεχνικών παραδόσεων που επέζησαν και από διάφορα παπυρολογικά ευρήματα, μπορεί κανείς έστω προς το παρόν, να διαμορφώσει μια λίστα με τα πιθανά αποκτήματα της αρχαίας Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας:

Ελληνική Γραμματεία:

Ποίηση:
Όμηρος, Ησίοδος, Σαπφώ, Ανακρέων, Σιμωνίδης, Πίνδαρος, Βακχυλίδης, Καλλίμαχος, Απολλώνιος, Θεόκριτος, Άρατος

Δράμα:
Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης, Αριστοφάνης, Μένανδρος, Στράτων

Κριτικές:
Ζηνόδοτος, Αριστοφάνης ο Βυζαντινός, Αρίσταρχος (Σαμοθράκης), Αριστόνικος

Φιλοσοφία:
(Προσωκρατικοί) Αναξίμανδρος, Παρμενίδης, Ξενοφάνης, Ηράκλειτος Πλάτων, Αριστοτέλης, Θεόφραστος, Ζήνωνας, Επίκουρος, (Πύρων), (Παναίτιος), Φίλων, Απολλώνιος, Πλωτίνος

Ιστορία:
Εκαταίος, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ξενοφών, Εκαταίος (Άβδηρα) κ.α.

Επιστήμη:
Ευκλείδης, Αρίσταρχος (Σάμιος), Στράτων (Λάμψακος), Ερατοσθένης, Μεγασθένης, Πάτροκλος, Αρχιμήδης, Απολλώνιος, Ίππαρχος, Πτολεμαίος, Θέων, Υπατία

Ιατρική:
Συλλογή του Ιπποκράτη, Ηρόφιλος–ανατομία, Ερασίστρατος, Καλλίμαχος (ιατρική), Ηρακλείδης Ταράντιος, Ρούφος, Γαληνός

Μη ελληνική γραμματεία

Αιγυπτιακά ιερά κείμενα, Αιγυπτιακά εγχειρίδια αστρονομίας, Μανέθων, Όργανα, Iατρική, Βηρωσός (Βαβυλωνία), Περσική Θρησκεία, Εβραϊκές Γραφές, Βουδιστικά κείμενα.

Οι Βιβλιοθηκονόμοι ακολούθησαν την Αριστοτέλεια διαίρεση των τομέων της γνώσης, ή τουλάχιστον τον τρόπο που είχε να υποδιαιρεί σε: «παρατηρητικές» και «επαγωγικές» επιστήμες αυτές που υπάγονταν στη γενικότερη κατηγορία της φιλοσοφίας. Οι θεματικές κατηγορίες που τέθηκαν αρχικά από τους Πίνακες του Καλλίμαχου, ήταν εκείνες των μαθηματικών, της ιατρικής, της γεωμετρίας και της φιλολογίας καθώς και αυτή της αριστοτέλειας κατηγορίας της μηχανικής για κάποιες εκ των εφαρμοσμένων επιστημών που αναπτύχθηκαν εκτός των αλεξανδρινών σπουδών.

Μαθηματικά
Οι Αλεξανδρινοί ασχολήθηκαν κυρίως με τη γεωμετρία αλλά γνωρίζουμε για κάποιες συγκεκριμένες έρευνες πάνω στη θεωρία των αριθμών. Οι πρώτοι αριθμοί ασκούσαν γοητεία ήδη απ’ τον καιρό των Πυθαγορείων Μαθηματικών.
Ο βιβλιοθηκονόμος Ερατοσθένης «έπαιξε» με τους αριθμούς και φαίνεται πως ανακάλυψε τη μέθοδο του «κοσκινίσματος» δηλαδή έναν τρόπο εύρεσης καινούριων.
Ο Ευκλείδης επίσης φαίνεται πως μελέτησε αυτό το έξυπνο θέμα.
Ο Εύδοξος εκ Κνίδου μαθητής του Ευκλείδη, μάλλον δούλεψε εκτός Αλεξάνδρειας και είναι γνωστός γιατί ανέπτυξε μια πρώτη μέθοδο «ενσωμάτωσης» και μελέτησε τις χρήσεις της «αναλογίας» στη λύση των προβλημάτων. Επίσης προσέφερε διάφορους τρόπους μέτρησης τρισδιάστατων σχημάτων.
Ο Θέων και η κόρη του Υπατία άφησαν έργο πάνω στην αστρονομία, τη γεωμετρία και τα μαθηματικά, σχολιάζοντας τους προκατόχους τους, αλλά το έργο τους δεν διασώθηκε.

Αστρονομία
Ο Ερατοσθένης, ο πολυμήχανος τρίτος βιβλιοθηκονόμος συμπλήρωσε έναν ποιητικό κατάλογο 44 αστερισμών με σχετικούς μύθους και μια λίστα 475 σταθερών αστέρων.
Ο Ίππαρχος τιμήθηκε ανακαλύπτοντας το γεωγραφικό μήκος και πλάτος, εισαγάγοντας το σφαιρικό σύστημα των 360 μοιρών από τη Βαβυλώνα, υπολογίζοντας τη διάρκεια του έτους με ορθότητα μέσα σε έξι λεπτά, δημιουργώντας χάρτες των αστερισμών και των αστέρων και υπολόγισε ότι τα αστέρια γεννιούνται και πεθαίνουν.
Ο Αρίσταρχος εφάρμοσε την Αλεξανδρινή τριγωνομετρία για να υπολογίσει τις αποστάσεις και διαστάσεις του ήλιου και της σελήνης και επίσης πρόβαλλε τη θεωρία ενός ηλιοκεντρικού σύμπαντος. Ένας γνωστός υπότροφος του Μουσείου, ο Κλεάνθης ο Στωϊκός, τον κατηγόρησε για κραυγαλέα ασέβεια.
Ο Ίππαρχος από τη Βιθυνία, κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του Πτολεμαίου του ΄Ζ, ανακάλυψε και μέτρησε την παρέλαση των ισημερινών, το μέγεθος και την τροχιά του ήλιου και το μονοπάτι της σελήνης.
300 χρόνια αργότερα ο Πτολεμαίος (δεν γνωρίζουμε ποια η σχέση του με τη βασιλική οικογένεια) δούλεψε μαθηματικά πάνω στο εκλεπτυσμένο σύστημα των επικυκλίων για να υποστηρίξει την Αριστοτέλεια άποψη και έγραψε μια πραγματεία περί αστρονομίας. Αμφότερα αποτέλεσαν παραδείγματα κατά το Μεσαίωνα.

Γεωμετρία
Οι Αλεξανδρινοί συγκέντρωσαν γεωμετρικές αρχές των πρώτων Ελλήνων μαθηματικών και επίσης είχαν πρόσβαση στη Βαβυλωνιακή και Αιγυπτιακή γνώση στο θέμα αυτό. Αυτός ο τομέας ήταν ένα σημείο στο οποίο διακρίθηκε το Μουσείο, παράγοντας το μερίδιό του σε σπουδαίους γεωμέτρες, από την έναρξή του κιόλας.
Φαίνεται πως ο Δημήτριος ο Φαληρεύς κάλεσε τον Ευκλείδη στην Αλεξάνδρεια και, τα «Στοιχεία» του γνωρίζουμε καλά πως αποτέλεσαν τις βάσεις της γεωμετρίας για πολλούς αιώνες.
Οι συνεχιστές του, ιδιαίτερα ο Απολλώνιος του 2ου π.Χ. αιώνα, μετέφερε στην έρευνα του τη χρήση των κώνων, όπως και ο Ίππαρχος το 2ο μ.Χ. αιώνα.
Ο τρίτος βιβλιοθηκονόμος της Αλεξάνδρειας, ο Ερατοσθένης, υπολόγισε την περιφέρεια της γης κατά 1% βασιζόμενος στην υπολογισμένη απόσταση από το Aswan στην Αλεξάνδρεια. Επίσης υπέθεσε ότι οι θάλασσες ενώνονταν, ότι η Αφρική περιβάλλεται από θάλασσα και ότι η Ινδία μπορούσε να προσεγγιστεί με πλοίο, δυτικά από την Ισπανία. Τέλος πραγματοποιώντας παρατηρήσεις από την Αίγυπτο και την κοντινή Ανατολή, υπολόγισε τη διάρκεια του έτους σε 365 ¼ ημέρες και πρώτος πρότεινε την ιδέα της «πρόσθεσης» ενός δίσεκτου έτους κάθε 4 χρόνια.

Μηχανική: Εφαρμοσμένη Επιστήμη
Ο Αρχιμήδης ήταν ένας από τους πρώτους συνεργαζόμενους με την Αλεξάνδρεια μελετητές, και εφάρμοσε τις θεωρίες των γεωμετρών και αστρονόμων πάνω στην κίνηση των μηχανικών εφευρέσεων. Ανάμεσα στις ανακαλύψεις του ήταν ο μοχλός και ο κοχλίας (βίδα) σαν προέκταση της ίδιας αρχής, μια χειροκίνητη συσκευή για την άρση νερού. Εμφανίζεται επίσης σαν τον επιστήμονα που αναφώνησε «Εύρηκα» βγαίνοντας από τη λεκάνη που έπαιρνε το μπάνιο του, έχοντας μόλις ανακαλύψει ότι το νερό μετατοπίζεται ανάλογα με τα αντικείμενα που βυθίζονται μέσα του.
Η Υδραυλική είναι μια επιστήμη που γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια και αποτέλεσε την αρχή πίσω από την «Πνευματική» του ΄Ηρωνος, ένα εκτενές έργο, που απαριθμεί μηχανές και «ρομπότ» που μιμούνται τις ανθρώπινες κινήσεις.

Ιατρική
Η ανατομία, που έχει τα ίχνη της στον Αριστοτέλη, προεκτάθηκε εντατικά από αρκετούς Αλεξανδρινούς οι οποίοι μάλλον αξιοποίησαν τους ζωολογικούς κήπους (μελετώντας τα διάφορα είδη ζώων) και τις μεθόδους ταφής των Αιγυπτίων πάνω στη μελέτη της. Πρώτος ο Ηρόφιλος όρισε τον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα σα μια ενότητα, όπως και τη λειτουργία της καρδιάς, την κυκλοφορία του αίματος, και μάλλον αρκετές άλλες ανατομικές λειτουργίες. Ο συνεχιστής του, Ερίστρατος, επικεντρώθηκε στο σύστημα χώνεψης και τα αποτελέσματα της διατροφής και διατύπωσε την άποψη ότι η τροφή όπως και τα νεύρα του εγκεφάλου επηρεάζουν τις διανοητικές νόσους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.