Το Αιγαίο αυτή η υδάτινη λουρίδα που συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο με τη Μαύρη θάλασσα και που ανέκαθεν υπήρξε η γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη και την Μικρά Ασία είναι το λίκνο αυτού που σήμερα ονομάζουμε Δυτικό Πολιτισμό.
Τα νησιά διάσπαρτα μέσα στο Αιγαίο όχι μόνο κατάργησαν το υδάτινο εμπόδιο αλλά στην πραγματικότητα λειτούργησαν ως σταθμοί επικοινωνίας και ανταλλαγών ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο.
Η ονομασία Κυκλάδες είναι ήδη γνωστή από την αρχαιότητα και δόθηκε στα νησιά επειδή σχημάτιζαν κύκλο γύρω από την ιερή νήσο της Δήλου. Αρχικά ως «Κυκλάδες» θεωρούνταν μόνο η Άνδρος, η Τήνος, η Μύκονος, η Σίφνος, η Σέριφος, η Νάξος, η Σύρος, η Πάρος, η Κύθνος, η Κέα και η Γυάρος καθώς αυτά ήταν τα νησιά που κυκλώνουν τον ομφαλό του Αιγαίου, τη Δήλο.
Τα υπόλοιπα νησιά που αναπτύσσονταν στην περιφέρεια των Κυκλάδων ονομάζονταν Σποράδες και βρίσκονταν διασπαρμένα ανάμεσα στο Κρητικό, το Καρπάθιο και το Ικάριο Πέλαγος. Από αυτά, η Μήλος, η Θήρα, η Κίμωλος, η Σίκινος, η Ίος, η Αμοργός και οι λεγόμενες πλέον Μικρές Κυκλάδες (Κέρος, Ηρακλειά, Κουφονήσια, Σχοινούσα, Δονούσα) περιλαμβάνονται σήμερα στο σύμπλεγμα των Κυκλάδων.
Πρώτοι κάτοικοι των Κυκλάδων, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, υπήρξαν οι Κάρες και οι Λέγες ενώ έχει διαπιστωθεί επίσης και η εγκατάσταση Φοινίκων όμως η παρουσία τους δεν φαίνεται να έχει μόνιμο χαρακτήρα. Η έναρξη της μόνιμης ανθρώπινης δραστηριότητας στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυκλάδων ανάγεται περίπου στην 5η χιλιετία π.Χ. Υπάρχουν όμως και προγενέστερα έμμεσα στοιχεία κατοίκησης όπως για παράδειγμα τα δείγματα οψιανού από τη Μήλο που έχουν βρεθεί σε θέσεις τη Ηπειρωτικής Ελλάδας (Σπήλαιο Φράχθι Αργολίδας) και χρονολογούνται στην 8η χιλιετία π.Χ.
Ο 7ος και ο 6ος π.Χ. αιώνας αποτέλεσαν την περίοδο της μεγάλης ακμής των Κυκλάδων όμως οι Περσικοί πόλεμοι προκάλεσαν τεράστιες αναταραχές στο Αιγαίο με αποτέλεσμα μέχρι και το 480 π.Χ. οι κάτοικοι στα περισσότερα νησιά να συμβιώνουν υποχρεωτικά με τους Πέρσες. Ανάμεσα στις μεγάλες αναταραχές της περιόδου, υπήρξε και η μετακίνηση των Δηλίων στην Τήνο ώστε να βρουν καταφύγιο από τους Πέρσες καθώς επίσης και η ολοκληρωτική καταστροφή της Νάξου από τον Περσικό στρατό.
Κατά την πρώιμη εποχή του χαλκού 3200 π.Χ. στα νησιά του Αιγαίου αναπτύχθηκαν δυο πολιτισμοί: Ένας Βόρειος στα νησιά του βόρειου Αιγαίου και στην Τρωάδα και ένας Νότιος στις Κυκλάδες. Οι δυο αυτοί πολιτισμοί ήρθαν σε στενή επικοινωνία μεταξύ τους αρκετά νωρίς. Άμεσες ανταλλαγές προϊόντων βεβαιώθηκαν στην Πολιόχνη, την Τροία και αλλού ήδη από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. ενώ στη κεραμική των Κυκλάδων παρατηρούνται επιδράσεις από το Βόρειο Αιγαίο. Στο δεύτερο μισό της 3ης χιλιετίας εξάλλου φαίνεται πως πραγματοποιήθηκε στις Κυκλάδες ένας συγκερασμός στοιχείων και από τους δυο πολιτισμούς.
Η κοντινή θέση των νησιών του βορείου Αιγαίου με τις ηπειρωτικές ακτές φαίνεται πως είναι υπεύθυνη για τη διακοπή της ανεξάρτητης εξέλιξης του πολιτισμού τους. Οι οικισμοί της πρώιμης εποχής του χαλκού είτε εγκαταλείφθηκαν εντελώς είτε πληθυσμιακά αλλοιώθηκαν από ηπειρωτικά στοιχεία σε βαθμό που ο πολιτισμός των νησιών έχασε τη νησιώτικη φυσιογνωμία του.
Αντίθετα τα Κυκλαδίτικα νησιά, πιο απομακρυσμένα, είχαν μεγαλύτερη προστασία και κατάφεραν να συνεχίσουν την πολιτιστική τους εξέλιξη. Επιπλέον, η στενή επαφή τους με την Μινωική Κρήτη τους έδωσε μεγαλύτερη δύναμη χωρίς να αλλοιώσει την ταυτότητα τους. Έτσι οι Κυκλάδες έγιναν η αστείρευτη πηγή πολιτιστικών ιδεών που αναπτύχθηκαν στον Κρητομυκηνιακό πολιτισμό και γέννησαν την κλασσική Ελλάδα.
Η πρώιμη εποχή του χαλκού στις Κυκλάδες εκτείνεται σε ολόκληρη την 3η χιλιετία π.Χ. και ο πολιτισμός αυτής της περιόδου για να ξεχωρίσει από τον σύγχρονό του στην Κρήτη Πρωτομινωικό και τον επίσης σύγχρονό του στην Ηπειρωτική Ελλάδα Πρωτοελλαδικό ονομάστηκε από τους μελετητές του Πρωτοκυκλαδικός.
Ο Πρωτοτυκλαδικός πολιτισμός διακρίνεται σε τρεις περιόδους κάθε μια από τις οποίες βαφτίστηκε με το τοπωνύμιο της θέσης όπου βρέθηκαν τα πρώτα, τα περισσότερα ή τα χαρακτηριστικότερα δείγματα του πολιτισμού αυτού. Έτσι έχουμε την Πρωτοκυκλαδική Ι περίοδο που φέρει το όνομα Πηλού-Γρόττας από την θέση Πηλός της Μήλου και την θέση Γρόττα της Νάξου (3200 έως 2800 π.Χ.), την Πρωτοκυκλαδική ΙΙ περίοδο που φέρει το όνομα Σύρου-Κέρου από το νεκροταφείο Χαλανδριανής Σύρου και το νησί Κέρος (2800 έως 2300 π.Χ) και την Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ περίοδο που φέρει το όνομα Φυλακωπή Πόλις 1 από την θέση Φυλακωπή της Μήλου (2300 έως 2000 π.Χ.).
Οι καθημερινές ασχολίες των Κυκλαδιτών της Πρώιμης εποχής του Χαλκού ήταν το κυνήγι, το ψάρεμα, η κτηνοτροφία και η γεωργία όπως αποδεικνύεται από λείψανα τροφών και εργαλείων που βρέθηκαν σε νεκροταφεία και οικισμούς. Η ελιά, η συκιά, το αμπέλι, η αμυγδαλιά, σύμφωνα με ενδείξεις, καλλιεργήθηκαν από πολύ νωρίς, ενώ και τα όσπρια (φακές, φάβα, μπιζέλια) ευδοκιμούσαν από παλιά.
Επίσης είχαν αναπτυχθεί και άλλοι τομείς δραστηριότητας όπως μεταλλουργία, η μαρμαρογλυφία, η αγγειοπλαστική και η κατεργασία του οψιανού. Όλα αυτά απαιτούσαν εξειδικευμένους τεχνίτες που ίσως αποτελούσαν ειδικές συντεχνίες γεγονός που επιβεβαιώνεται από την απόδοση των μαρμάρινων ειδωλίων σε συγκεκριμένους καλλιτέχνες ή εργαστήρια.
Η σχέση των Κυκλαδιτών με τον κόσμο γύρω τους όπως την Κρήτη, την Μικρά Ασία, την Αττική και την Πελοπόννησο και οι ενδείξεις για επικοινωνία με ακόμα μακρινότερες περιοχές όπως οι παραδουνάβιες χώρες, η Αζοφική Θάλασσα, η Αδριατική και οι Βαλεαρίδες μαρτυρούν σημαντική πρόοδο στη ναυσιπλοΐα.
Η ανάγκη της ασφαλούς ναυσιπλοΐας καθιστά τους Κυκλαδίτες πρωτοπόρους στη ναυπηγική, στη ναυτική τέχνη και στις υπερπόντιες μετακινήσεις. Η επινόηση όλο και ταχύτερων και ασφαλέστερων σκαφών, η γνώση των ανέμων και των θαλάσσιων ρευμάτων και η μελέτη του έναστρου ουρανού οδήγησαν από νωρίς τους κατοίκους τους στην πρωτοπορία του πολιτισμικού γίγνεσθαι.
Με τα μικρά σκάφη τους οργώνουν όλο το Αιγαίο από την Κρήτη μέχρι τη Μακεδονία και από τον ελλαδικό κορμό μέχρι τα μικρασιατικά παράλια. Όντας δε σε μια προνομιούχο και στρατηγική θέση, από πολύ νωρίς έπαιξαν το ρόλο της ιστορικής και πολιτιστικής γέφυρας, αναδεικνυόμενες σε σταθμούς διακίνησης υλικών αγαθών και ιδεών. Ήδη από τη Νεολιθική περίοδο μετέφεραν οψιανό στην Κρήτη, στην κυρίως Ελλάδα και στη Μικρά Ασία. Στην Εποχή του Χαλκού, όπως δείχνουν τα διάσπαρτα κυκλαδικά αντικείμενα, έχτισαν ένα ευρύτατο δίκτυο εμπορικών ανταλλαγών με τα παράλια της Αττικής, της Εύβοιας, της Βοιωτίας και της βορειοανατολικής Πελοποννήσου. Κυκλαδική παρουσία έχει επισημανθεί στη Σάμο, στη Λήμνο αλλά και μακρύτερα, από την Τροία μέχρι την Καρία.
Από την 7η κιόλας χιλιετία π.Χ., την Μεσολιθική δηλαδή περίοδο, εξαγόταν οψιανός από την Μήλο στην Πελοπόννησο. Επίσης, εργαλεία από οψιανό που βρέθηκαν σε Νεολιθικούς οικισμούς της Θεσσαλίας αποδείχθηκε πως είχαν καταγωγή από την Μήλο γεγονός που αποδεικνύει ότι οι νησιώτες από το πρώιμο πολιτισμικό τους στάδιο ήταν ικανοί να διασχίζουν το Αιγαίο. Η ικανότητα τους στην ναυσιπλοΐα και την ναυπηγική τέχνη αποθανατίστηκε στην Πρωτοκυκλαδική τέχνη. Ομοιώματα πλοίων σε πέτρα και μόλυβδο βρέθηκαν και χρονολογήθηκαν στην Πρωτοκυκλαδική Ι περίοδο. Στην ίδια αυτή περίοδο ανήκουν παραστάσεις πλοίων χαραγμένες πάνω σε πήλινα αγγεία ή χτυπημένες πάνω γκριζωπές πέτρες. Επιπλέον οι εξωτερικές επαφές των νησιών κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙ περίοδο βεβαιώνουν την ναυτική δραστηριότητα των κατοίκων τους.
Κυκλαδική κεραμική, μαρμάρινα αγγεία και ειδώλια έχουν βρεθεί στην Κρήτη, στην Αττική, στην Βοιωτία, στα Κύθηρα. Επίσης στη Λήμνο, στη Σάμο, στη Τροία και αλλού.
Κατά την ίδια περίοδο φαίνεται πως ιδρύθηκαν Κυκλαδικές αποικίες στην Κρήτη, στην Αττική και πιθανόν στην Καρία της Μικράς Ασίας. Η δραστηριότητα αυτή των Κυκλάδων της πρώιμης εποχής του χαλκού εξασφάλισε την υπεροχή τους στο Αιγαίο. Η υπεροχή αυτή ήταν μεγάλης διάρκειας γιατί ο ρόλος των Κυκλάδων στις πολιτιστικές εξελίξεις της κυρίως Ελλάδας όχι μόνο κατά την πρώιμη και μέση εποχή του χαλκού αλλά και αργότερα κατά την Μυκηναϊκή και εν συνεχεία την Γεωμετρική και Αρχαϊκή περίοδο υπήρξε σημαντικός και συνεχής. Να λοιπόν γιατί οι Κυκλάδες μπορούν να διεκδικήσουν τον τίτλο της κοιτίδας του λεγόμενου Δυτικού Πολιτισμού.
Η έλλειψη γραπτών πηγών μας αποστερεί από άμεσες πληροφορίες για την δημόσια και ιδιωτική ζωή, την πίστη και τις δοξασίες, τα ήθη και τα έθιμα των Κυκλαδιτών. Συνεπώς, κάθε απόπειρα για την ερμηνεία τους βασίζεται αναγκαστικά σε εικασίες. Κατά καιρούς υποστηρίχτηκαν διάφορες απόψεις σχετικά με τη σημασία των ειδωλίων. Μια από αυτές είναι ότι τα κυκλαδικά ειδώλια είχαν σημασία παρεμφερή με των αιγυπτιακών ουσχάπτις και προορίζονταν για να ικανοποιούν τις σεξουαλικές επιθυμίες του νεκρού στον άλλο κόσμο ενώ άλλοτε τα ειδώλια έχουν ερμηνευτεί ως υποκατάστατα ανθρωποθυσιών ή ως εικόνες σεβαστών προγόνων, ως ψυχοπομποί ακόμα και ως παιχνίδια για να παίζει με αυτά ο νεκρός. Το γεγονός ότι κάποιες φορές βρίσκονται μέσα στους τάφους κομματιασμένα οδήγησε μερικούς μελετητές να τους αποδώσουν αποτροπαική σημασία. Μια άλλη ερμηνεία τα θέλει μορφές της κυκλαδικής μυθολογίας παρόμοιες με τους ήρωες και τις νύμφες του ελληνικού Πανθέου. Σύμφωνα με την άποψη αυτή τα λοξά πέλματα των μορφών προδίδουν στάση χορευτική ενώ η κάμψη του κεφαλιού προς τα πίσω γίνεται για να δηλωθεί πως η μορφή βρίσκεται σε έκσταση. Έτσι, τα μεν γυναικεία ειδώλια, οι νύμφες, χορεύουν ενώ τα ανδρικά, οι ήρωες, προσπαθούν με την μουσική τους να επικαλεστούν τις θείες δυνάμεις.
Όμως, πιο πολύ έχει υποστηριχθεί η θεωρία ότι τα ειδώλια απεικονίζουν θεότητα ενώ από τη στάση των χεριών, σταυρωμένα κάτω από το στήθος ορισμένοι τα ερμήνευσαν ως εικόνες της Αστάρτης και έβγαλαν το συμπέρασμα πως οι προϊστορικοί Κυκλαδίτες πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών. Άλλοι πάλι τα ερμήνευσαν ως παραστάσεις της μεγάλης θεάς της γονιμότητας.
Για κάθε ερμηνεία υπάρχουν επιχειρήματα άλλοτε ισχυρά, άλλοτε αδύναμα αλλά καμιά από τις θεωρίες αυτές δεν υποστηρίζεται με τέτοια επιχειρηματολογία που να αποκλείει εντελώς τις άλλες ερμηνείες. Εξετάζοντας τις θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες τα ειδώλια είχαν προορισμό να προστατέψουν τον νεκρό ή να ικανοποιήσουν ορισμένες ανάγκες του αναρωτιέται κανείς γιατί οι περισσότεροι κυκλαδικοί τάφοι δεν είχαν ειδώλια. Αν ο σκοπός των ειδωλίων μέσα στον τάφο ήταν να εξασφαλιστεί η ευχάριστη διαμονή του νεκρού στον άλλο κόσμο είναι φυσικό να περιμένει κανείς ειδώλια σε όλους τους τάφους έστω και αν αυτά θα ήταν από φθηνότερο υλικό π.χ. πηλό. Πήλινα όμως ειδώλια δεν έχουν βρεθεί έως τώρα μέσα στους τάφους.
Η άποψη πως τα κυκλαδικά ειδώλια παριστάνουν νύμφες και ήρωες σε στιγμή έκστασης φαίνεται αρκετά τολμηρή εφόσον μάλιστα ως επιχείρημα για την άποψη αυτή προβάλλεται η προς τα πίσω κίνηση του κεφαλιού η θεωρία αυτή αφήνει χωρίς ερμηνεία τα ειδώλια με το κεφάλι κατακόρυφο που είναι και τα πιο χαρακτηριστικά της κυκλαδικής πλαστικής. Με τον ίδιο τρόπο δεν μπορούμε να δεχτούμε πως εικονίζουν χορεύτριες όσα ειδώλια παριστάνουν γυναικείες μορφές σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Άλλοι μελετητές δέχονται πως τα κυκλαδικά ειδώλια εξυπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό με τα Μυκηναϊκά και υποστηρίζουν ότι εικονίζουν θεϊκές τροφούς ή όντα που τους είχε ανατεθεί η φροντίδα του νεκρού κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στον άλλο κόσμο. Τα μυκηναϊκά ειδώλια όμως προέρχονται από τάφους παιδιών ενώ αντίθετα κανένα κυκλαδικό ειδώλιο δεν έχει βρεθεί σε παιδικό τάφο, μάλιστα οι παιδικές ταφές φαίνεται πως έμεναν εντελώς ακτέριστες και συνεπώς διαφορετική πρέπει να ήταν η αποστολή τους.
Υπάρχουν και άλλες αντιρρήσεις στην άποψη πως τα κυκλαδικά ειδώλια εικονίζουν θεότητα. Πρώτα είναι οι πληροφορίες που συνάγονται από τους ίδιους τάφους. Ο τρόπος με τον οποίο τα ειδώλια ήταν τοποθετημένα μέσα στον τάφο δεν προδίδει καθόλου τον σεβασμό που θα περίμενε κανείς αν πραγματικά εικόνιζαν θεϊκά όντα. Εκτός από τα ειδώλια του Λούρου που βρέθηκαν στημένα σε μια κόγχη μέσα στον ομώνυμο τάφο όλα τα άλλα συνήθως βρίσκονται ανάμικτα με άλλα αντικείμενα και καμιά φορά καταπλακωμένα από βαριά σκεύη. Ασφαλώς είναι δύσκολο να υποστηριχθεί οποιαδήποτε θεωρία σχετικά με την ερμηνεία των κυκλαδικών ειδωλίων. Δεν έχει εξετασθεί ας πούμε αν τα γυναικεία ειδώλια συνοδεύουν αποκλειστικά γυναικείες ταφές ή αν τα ανδρικά ειδώλια βρέθηκαν μόνο σε ανδρικούς τάφους αλλά δεν έχει εξακριβωθεί και η σχέση του πλήθους των ειδωλίων μέσα σε ένα τάφο με τον αριθμό των ταφών στον ίδιο τάφο.
Νάσος Βαλαβάνης
Πηγές:
Αρχεία ΕΡΤ, Κυκλαδικός Πολιτισμός
Χρίστος Γ. Ντούμας, Πρωτοκυκλαδικός πολιτισμός – Συλλογή Ν.Π. Γουλανδρή, Ίδρυμα
Ν.Π. Γουλανδρή/Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, Αθήνα 2000
Αλεξάνδρα Τράντα-Νικόλη, Κυκλαδικός Πολιτισμός, Κέδρος, Αθήνα 2006
Συλλογικό, Το Αιγαίο – Επίκεντρο ελληνικού πολιτισμού, Εκδοτικός Οίκος «Μέλισσα»,
Αθήνα 1992
Ειρήνη Σαρόγλου-Τσάκου, Υγεία εν πλω, Ίδρυμα Μαρία Τσάκος, Αθήνα 2011
Ανακάλυψε περισσότερα από Επιτομή ειδήσεων
Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τις τελευταίες αναρτήσεις στο email σας.


