Ο πολιτισμός των Σουμερίων

Με αφορμή πρόσφατη εκπομπή της τηλεόρασης για τους αρχαίους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας, θεώρησα καλό μιας και επίκεινται νέες αλλαγές συνόρων, να γράψω μερικά αξιόλογα δεδομένα γι’ αυτό τον πολιτισμό, μιας και στο σχολείο -στην Τετάρτη του παλαιού Γυμνασίου, Πρώτη νέου τύπου Λυκείου- στο μάθημα της Ιστορίας διδάσκουν στους μαθητές ελάχιστα πράγματα, που, αφού δεν εξετάζονται για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια, δεν είναι SOS. Δεδομένου δε του συστήματος της αποστήθισης (παπαγαλίας) που ακολουθείται, οι μαθητές, τα ξεχνούν την ίδια -και όχι την επόμενη- μέρα.
Καλή ανάγνωση.
Ευθύμης Λεκάκης
Νομικός LL M. International Law, Οικονομολόγος (μέλους Ο.Ε.Ε.), Ιστορικός Ερευνητής

Ο πολιτισμός των Σουμερίων, ένας από τους παλαιότερους γνωστούς στην ανθρώπινη ιστορία, αναδύθηκε γύρω στο 4500 π. Χ. στη νότια περιοχή της Μεσοποταμίας, στην πόλη Εριντού (σύγχρονο Ιράκ) και χάθηκε περίπου το 1750 π.Χ.
Το Σουμέρ ήταν το νότιο κομμάτι νότια της Ακκάδ[1], έτσι οι κάτοικοι της οποίας έδωσαν στο Σουμέρ το όνομά του, που σημαίνει «γη των πολιτισμένων βασιλιάδων».
Οι Σουμέριοι εφηύραν καινοτομίες και έννοιες που σήμερα θεωρούνται δεδομένες, όπως το σεληνιακό έτος με 12 μήνες των 29,5 ημερών ο καθένας. Έτσι, το σεληνιακό αυτό ημερολόγιο με τις 354 ημέρες αρχικά ήταν μια καλή προσέγγιση ως προς το τροπικό έτος των κλιματολογικών εποχών, εφ’ όσον στο τέλος αυτού του χρονικού κύκλου ξαναγύριζε η ίδια σχεδόν κλιματολογική εποχή, που αναγνωριζόταν επίσης από τις αντίστοιχες γεωργικές ασχολίες.

Οι ιερείς – αστρονόμοι των Σουμερίων διαίρεσαν την ημέρα και τη νύχτα σε δωδεκάωρες περιόδους, τις ώρες σε 60 λεπτά και τα λεπτά σε 60 δευτερόλεπτα. Άλλες καινοτομίες και εφευρέσεις τους περιλαμβάνουν τα πρώτα σχολεία, την πρωιμότερη εκδοχή της ιστορίας του μεγάλου κατακλυσμού και άλλων βιβλικών αφηγήσεων, το αρχαιότερο ηρωικό έπος, την κυβερνητική γραφειοκρατία, τη μνημειακή αρχιτεκτονική και τις τεχνικές άρδευσης.

Η εισαγωγή του σεληνιακού μήνα στο ημερολόγιο και η επταδική δοξασία[2] είναι κατάλοιπα της βαβυλωνιακής σοφίας που κληροδοτήθηκαν σ’ ολόκληρο τον κόσμο μέσω των αρχαίων Ελλήνων.  H κλειστή κοινωνία του σουμεριακού ιερατείου ήξερε όχι μόνο να παρατηρεί τα ουράνια σώματα, αλλά συγχρόνως καταχωρούσε και φύλαγε με μεγάλη προσοχή αρχεία αυτών των παρατηρήσεων που ήταν χαραγμένα πάνω σε πήλινες πινακίδες, όπως μας έδειξαν τα συνεχή ευρήματα των ανασκαφών, οι πρώτες των οποίων άρχισαν το 1840 στο Xορσαμπάν από τον Γάλλο πρόξενο Πωλ Eμίλ Mποττά (Botta), ο οποίος ανακάλυψε την αρχαία Nινευή. Κατά τις ανασκαφές στη Nινευή, βρέθηκαν αποσπάσματα μεγάλου αστρονομικού έργου το οποίο αποτελείτο από 72 πινακίδια, που πιθανώς αναφέρονταν στους χρόνους του Σαργών A’ και του γιου του Nαράμ Σιν.
Tο αποτελούμενο από 72 πινακίδες αστρονομικό και αστρολογικό έργο, που γράφτηκε από τους ιερείς-αστρονόμους του μεγάλου θεού Bήλου (Bel) για τον Σαργών A’, μεταξύ του 2637 και 2582 π. X., είχε τίτλο «O φωτισμός του θεού Bήλου». Tον 3ο π.X. αιώνα μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Χαλδαίο ιερέα Bηρωσσό (300 π. Χ.), ιερέα του Bήλου, που ίδρυσε αστρονομική σχολή στην Kω. Σύμφωνα με την ιερή παράδοσή τους, οι ιερείς του Bήλου θεωρούσαν ότι ο κόσμος μας θα καταστραφεί από μεγάλες πυρκαγιές, όταν όλοι οι πλανήτες ευθυγραμμιστούν στον αστερισμό του Yδροχόου. Στο έργο αυτό δινόταν μεγάλη σημασία στον αστέρα α του Δράκοντα (α Dra), τον Tουμπάν (Thuban), διότι γύρω στο 2750 π.X. ήταν πολικός και λεγόταν τότε Tir-An-na, που σημαίνει Oυράνια ζωή και Dayan Same ή Dayan Shisha, που αντίστοιχα σημαίνουν Oυράνιος ή Διευθύνων Δικαστής.

O Γερμανογάλλος αρχαιολόγος Zυλ Oππερτ (J. Oppert), που έκανε ανασκαφές στη Mεσοποταμία από το 1852 ως το 1854, ονόμασε αυτόν τον λαό Σουμέριους. Το Σουμέρ έπαψε να υπάρχει με την άνοδο των Αμοριτών[3] στη Μεσοποταμία[4] και την εισβολή των Ελαμιτών[5]. Την ύπαρξή του συναντούμε σε έργα αρχαίων συγγραφέων και στη Γέννεση. Ο βασιλιάς Xαμουραμπί (19ος π.X. αιώνας) έφερε τον τίτλο «βασιλιάς της Aκκάδ και της Σουμέρ, βασιλιάς του Σύμπαντος». Η ιστορία των Σουμερίων παρέμεινε άγνωστη μέχρι τα μισά του 19° αιώνα μ.Χ. με τις ανασκαφές Γάλλων αρχαιολόγων στην περιοχή της Μεσοποταμίας, οπότε ήλθαν στο φως ο πολιτισμός και οι συνεισφορές τους στην τότε ανθρωπότητα. Ο Πάολο Ματίε (Paolo Mattei) στην εισαγωγή του τόμου για την προϊστορική Μεσοποταμία των Σουμερίων αναφέρει:
«συναντάμε, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, το σημαντικότερο, ίσως, επίτευγμα του ανθρώπινου πολιτισμού: τη γραφή.»
Και φυσικά, εννοεί τη σφηνοειδή γραφή[6].

Ο Αντρέ Μαρλό (André Malraux) αναλύει τη γλυπτική των Σουμερίων και δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα της.

Στις μέρες μας, θεωρείται δεδομένο είναι ότι οι Σουμέριοι ιερείς – αστρονόμοι ήταν οι πρώτοι που προέβλεψαν την ανάγκη εισαγωγής των εμβόλιμων μηνών στον ημερολογιακό κύκλο, προκειμένου να εναρμονίζουν τον ημερολογιακό ρυθμό με τη φυσική εναλλαγή των κλιματολογικών εποχών του έτους.
Παρ’ όλο που οι ιερείς-αστρονόμοι χρησιμοποίησαν για τη σύνταξη των ημερολογίων τις φάσεις της Σελήνης, εντούτοις έκαναν τις απαραίτητες παρεμβάσεις με τους εμβόλιμους μήνες, ώστε το ημερολόγιο να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις του Σουμέριου αγρότη και κτηνοτρόφου. Συνεπώς, οι Σουμέριοι ιερείς-αστρονόμοι ήταν οι πρώτοι που συσχέτισαν την ετήσια πορεία του Ήλιου με τις εναλλαγές των εποχών. Άλλωστε, ο θεϊκός Ήλιος ήταν το συμπλήρωμα της θεϊκής Σελήνης. Όταν το ένα ουράνιο σώμα εξαφανιζόταν, κατέβαινε στον κάτω κόσμο, το άλλο συνήθως ανέτελλε. Συνεπώς, αν η κατάβαση (δύση) οδηγούσε στο σκοτάδι και τον θάνατο, η ανατολή έφερνε το φως και τη νέα ζωή.
Στους σουμεριακούς μήνες είχαν δοθεί ονόματα που αναφέρονταν στην αγροτική ζωή, όπως: του ανθισμένου αγρού, του ποτίσματος (Itu-su-Es-Sa), της σποράς, της ανάπτυξης του κριθαριού, της συγκομιδής ή του θερισμού του κριθαριού (Se-Gur-Kud), των τρυφερών κατσικιών για τις θυσίες (Mas-Azag-Kur) κλπ. που θυμίζουν έντονα τις ονομασίες των μηνών που συναντάμε ακόμα και σήμερα στις αγροτικές περιοχές της Ελλάδας: Σποριάς (Νοέμβριος), Θεριστής (Ιούνιος), Αλωνάρης (Ιούλιος) κλπ. Στη Μεσοποταμία το ηλιακό τροπικό έτος υποδιαιρείτο σε δύο εποχές: το καλοκαίρι και τον χειμώνα. Στο καλοκαίρι συμπεριλαμβανόταν η συγκομιδή του κριθαριού, που γινόταν κατά το β’ δεκαπενθήμερο του αντίστοιχου Mαΐου ή στις αρχές του αντίστοιχου Ιουνίου του Γρηγοριανού ημερολογίου. O χειμώνας περιλάμβανε τις εποχές του φθινόπωρου και του χειμώνα, όπως τις γνωρίζουμε σήμερα.

Τελευταίο άφησα την ανακάλυψη των πρώτων γραπτών κειμένων για το ερωτικό φιλί. Παλιά θεωρούσαν ότι η πρώτη καταγραφή φιλιού ήταν στις Βέδες, μια σειρά ιερών κειμένων του Ινδουισμού που χρονολογούνται την Εποχή του Χαλκού.
Η Ριγκβέδα[7], το αρχαιότερο από αυτά τα κείμενα, γραμμένο γύρω στο 1500 π.Χ. περιγράφει ανθρώπους που αγγίζουν τα χείλη τους.
Στην πραγματικότητα, πολύ αρχαιότερες αναφορές σε ερωτικά φιλιά εμφανίζονται σε κείμενα της Μεσοποταμίας από το 2500 π.Χ, αναφέρουν στη δημοσίευσή τους ο Άρμπελ (Julian Arbel) και η συνεργάτης του Σοφί Λουντ Ράσμουσεν (Sophie Lund Rasmussen) του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Τα κείμενα είναι γραμμένα στη σφηνοειδή γραφή, στην οποία οι χαρακτήρες αποτυπώνονται στον πηλό με σφραγίδες σε σχήμα σφήνας. Γύρω στο 2.600 π.Χ, οι κάτοικοι της Μεσοποταμίας άρχισαν να καταγράφουν ιστορίες για τους θεούς τους.
«Σε έναν από αυτούς τους μύθους διαβάζουμε για θεούς που ήρθαν σε συνουσία και μετά φιλήθηκαν. Πρόκειται για σαφή ένδειξη σεξουαλικού ρομαντικού φιλιού» είπε ο ερευνητής Ζουλιάν Άλμπερ.


[1] Ακκάδ.  Γνωστή και σαν Αγάδη. Πόλη κατά μήκος της δυτικής όχθης του Ευφράτη ποταμού, πρωτεύουσα της Ακκαδικής Αυτοκρατορίας, χτισμένη από το βασιλιά Σαργών το Μέγα. Οι Ακκάδιοι ήταν Σημίτες που κατέλαβαν την κεντρική Μεσοποταμία, την περιοχή που αργότερα ονομάστηκε Βαβυλωνία.
[2] Η επταδική δοξασία είναι κατάλοιπα της Βαβυλωνιακής σοφίας που κληροδοτήθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο μέσω των αρχαίων Ελλήνων.
[3] Οι Αμορίτες, ή Αμορραίοι, ή Αμοραείμ, ήταν αρχαίος σημιτικός νομαδικός λαός, που προέρχεται από την έρημο της Συρίας, και απλώθηκε στη συνέχεια στη Μεσοποταμία, τη Συρία – Παλαιστίνη και που φέρεται να εγκαταστάθηκε τελικά εκεί προς το τέλος της 3ης με αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ.
[4] Ο όρος Μεσοποταμία αποδίδεται στο γεωγράφο Στράβωνα αλλά δεν είναι παρά μετάφραση του αρχαίου σημιτικού ονόματος Mπεθ Nαχ(α)ρίν, από το Nαχρ που σημαίνει ποταμός.
[5] Οι Ελαμίτες ήταν βιβλικός λαός, ανατολικοί γείτονες των Σουμερίων. Θεωρούσαν γενάρχη τους τον Ελάμ, μεγαλύτερο γιο του Σήμ. Σήμερα τοποθετείται στην επαρχία Χουζιστάν, στο νοτιοδυτικό Ιράν.
[6] Η σφινοειδής γραφή χαρακτηρίζεται από τους χαρακτήρες σε σχήμα σφήνας και μέλισσας στις πήλινες πλακέτες που χρησιμοποιούνταν για την γραφή του, με τη χρήση ενός αμβλέος κλαδιού ως γραφίδα.
[7] Από τα σανσκριτικά Ργκ «έπαινος» και βέντα «γνώση» είναι μια αρχαία ινδική συλλογή Βεδικών σανσκριτικών ύμνων.


Πηγές:
Στράτος Θεοδοσίου, Μάνος Δανέζης:
«Μετρώντας τον Άχρονο Χρόνο», Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 1994.
Στράτος Θεοδοσίου, Μάνος Δανέζης:
«Η Οδύσσεια των Ημερολογίων», Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 1995.
Κατελής Βίγκλας:
«Η αποκρυπτογράφηση της σφηνοειδούς γραφής. Ο Χένρυ Ρόουλινσον και η επιγραφή του Μπεχιστούν», Ιστορικά Θέματα, τεύχος 155, Οκτώβριος 2015, 24-35.
David and Patt Alexander: «Το εκπληκτικό Εγχειρίδιο της Βίβλου», Εκδόσεις Πέργαμος, Αθήνα 1993, σελ.660.


Ανακάλυψε περισσότερα από Επιτομή ειδήσεων

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τις τελευταίες αναρτήσεις στο email σας.

Σχολιάστε