Στη σκιά του χρόνου, στην παλάμη της Απουλίας και του Σαλέντο, ανάμεσα σε ελαιώνες που έχουν δει Ρωμαίους, Βυζαντινούς και Νορμανδούς, ακούγεται ακόμη μια γλώσσα φθόγγων αλλοτινών. Δεν είναι ιταλικά. Δεν είναι καν «διάλεκτος». Είναι ελληνικά. Τα ελληνικά των προπαππούδων μας. Τα γκραικάνικα. Και αυτοί που τα μιλούν – ή μάλλον που τα ψιθυρίζουν ακόμα– είναι οι Γκρίκι. Οι Γραικοί. Οι τελευταίοι Έλληνες της Ιταλίας.
Όχι του τουρισμού. Όχι των επιχειρηματιών. Όχι των ομογενών των δεκαετιών του ’50 και του ’70. Μιλάμε για τους απογόνους εκείνων που δεν έφυγαν ποτέ. Που έμειναν στα ελληνόφωνα χωριά της Μεγάλης Ελλάδας (Magna Graecia), αιώνες μετά τη βυζαντινή παρουσία, αιώνες μετά τον αποχωρισμό τους από το εθνικό κορμί, αλλά όχι από την ελληνική ψυχή.
Και η Ελλάδα;
Η Ελλάδα κάνει ό,τι έκανε πάντα: τους ξεχνά.
Από το Μεγάλο Έθνος στο Μεγάλο Σιωπητήριο
Οι Γκρίκι, ή Γκαρικάνοι όπως τους προφέρουν οι ίδιοι, κατοικούν σε περίπου δέκα χωριά της περιοχής Grecìa Salentina. Μέχρι και τα τέλη του 20ού αιώνα, οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους μιλούσαν τη γλώσσα του Ομήρου με τόνους Νότου και λέξεις αρχαϊκές που η δική μας καθημερινότητα έχει προ πολλού θάψει.
Αυτή η γλώσσα, η καλαβρική-σαλεντίνικη ελληνική, είναι ζωντανός φορέας του πολιτισμού μας. Και όχι μόνο γλωσσικά. Εκεί παίζεται ακόμη θέατρο με αρχαιοελληνικές ρίζες, εκεί χορεύεται η pizzica – ένας χορός που έχει συνδεθεί από κάποιους και με αρχαιοελληνικές διονυσιακές καταβολές. Εκεί ακούγονται τραγούδια που έχουν επιβιώσει προφορικά για αιώνες. Κι όμως, αυτός ο κόσμος, αυτή η πολιτισμική κληρονομιά δεν διδάσκεται στα ελληνικά σχολεία. Δεν προβάλλεται από την ελληνική τηλεόραση. Δεν υπάρχει καν στον ετήσιο σχεδιασμό δράσεων του Υπουργείου Πολιτισμού. Απουσιάζει επιδεικτικά.
Πού είναι η Πολιτεία;
Ποια Πολιτεία θα μπορούσε να σταθεί αδιάφορη σε ένα τέτοιο γεγονός; Ποια Ελλάδα θα δεχόταν να χαθεί μια από τις πιο ζωντανές αποδείξεις της διαχρονικότητας της ελληνικής ταυτότητας; Η απάντηση είναι απλή: η δική μας Ελλάδα, η Ελλάδα της γραφειοκρατίας, της κοντόφθαλμης πολιτιστικής πολιτικής, του εθνολαϊκισμού χωρίς πραγματική ρίζα.
Το Υπουργείο Πολιτισμού, αυτός ο γραφειοκρατικός οργανισμός με το δυσκίνητο σώμα και την καθόλου πολιτική ψυχή, δεν έχει παρουσιάσει ούτε ένα μακροπρόθεσμο πλάνο για τη διατήρηση των Γραικάνικων. Δεν υπάρχει αποστολή για την καταγραφή, αρχειοθέτηση και διδασκαλία της γλώσσας. Δεν έχει στηριχθεί θεσμικά κανένα από τα φεστιβάλ ή τα πολιτιστικά δίκτυα της περιοχής.
Την ίδια ώρα, οι Ιταλοί το κάνουν. Το 2003, η Ιταλία αναγνώρισε επίσημα τα γκραικάνικα ως γλώσσα πολιτιστικής μειονότητας και υποστηρίζει τη διδασκαλία τους στα σχολεία, τη χρήση τους στη δημόσια σφαίρα, ακόμη και τα ΜΜΕ. Στην Ελλάδα, ούτε καν μια αναφορά στο σχολικό εγχειρίδιο Ιστορίας.
Όταν η Λήθη είναι Πολιτική Επιλογή
Η απουσία της Ελλάδας από την ιστορία των Γκρίκι δεν είναι αθώα. Είναι μια πολιτική επιλογή λήθης. Ίσως γιατί η αναγνώριση των ελληνικών ριζών σε γειτονικές περιοχές ενοχλεί τα ευρωπαϊκά “δόγματα ειρήνης”. Ίσως γιατί το να εντάξεις τους Γραικάνους στο εθνικό αφήγημα απαιτεί κάτι που το κράτος μας απέτυχε να αποκτήσει: όραμα, ιστορική συνείδηση, κουλτούρα εξωστρέφειας.
Η Ιταλία έχει εντάξει την ταραντέλα στα παγκόσμια πολιτιστικά δίκτυα. Εμείς, δεν έχουμε εντάξει καν την Magna Graecia στην ιστορική μας φαντασία.
Τι θα μπορούσε να γίνει;
Ας ξεκινήσουμε με τα στοιχειώδη:
- Δημιουργία Κέντρου Μελέτης και Διάσωσης της Ελληνοϊταλικής Κληρονομιάς, με έδρα π.χ. στα Ιωάννινα ή στη Λευκάδα, ως γέφυρα με τη Νότια Ιταλία.
- Ακαδημαϊκή συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Lecce και τα αντίστοιχα ελληνικά ιδρύματα (π.χ. Ιόνιο Πανεπιστήμιο) για κοινές δράσεις και ανταλλαγές φοιτητών.
- Υποτροφίες σε Έλληνες φοιτητές που επιθυμούν να μελετήσουν την παράδοση των Γκραικάνων επί τόπου.
- Χρηματοδότηση των φεστιβάλ γκραικάνικης μουσικής, όπως το “Notte della Taranta”, με ελληνική συμμετοχή.
- Ψηφιακή πλατφόρμα διάσωσης της γλώσσας με multimedia υλικό (βίντεο, podcasts, διαδραστικά μαθήματα).
Επίλογος
Οι Γραικάνοι είναι ό,τι κοντινότερο έχουμε σήμερα στην ιστορική επιβίωση του Ελληνισμού έξω από τα σύνορα. Αν αφήσουμε αυτή τη φλόγα να σβήσει, δεν θα φταίει το σκοτάδι – θα φταίει η απουσία μας.
Είναι καιρός το Υπουργείο Πολιτισμού να γίνει αυτό που το όνομά του υπόσχεται: θεματοφύλακας πολιτισμού, όχι απλός γραφειοκράτης διαχειριστής κονδυλίων.
Γιατί η ελληνική ταυτότητα δεν είναι μόνο στο Σύνταγμα. Είναι στο τραγούδι του παππού στον Ματεράνο. Στο παραμύθι που ψιθυρίζει η γιαγιά στο Καστρινιάνο. Στο τελευταίο γκραικάνικο ποίημα πριν σωπάσει η γλώσσα. Και δεν έχουμε την πολυτέλεια να σωπάσουμε μαζί της.
Πηγή: thesstoday
Ανακάλυψε περισσότερα από Επιτομή ειδήσεων
Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τις τελευταίες αναρτήσεις στο email σας.