Η ακρίβεια στα τρόφιμα έχει γίνει ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος για τα ελληνικά νοικοκυριά. Παρά τις υποσχέσεις για αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, οι τιμές στα ράφια των σούπερ-μάρκετ παραμένουν σταθερά υψηλές, ενώ για ορισμένα βασικά είδη -όπως το ελαιόλαδο, το κρέας και τα γαλακτοκομικά- η άνοδος φτάνει ή ξεπερνά το 30% σε σχέση με το 2022.
Αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; Και κυρίως, θα μπορούσε ένα μποϊκοτάζ ή η στροφή σε μικρότερα καταστήματα και στις λαϊκές αγορές να φέρει αποτέλεσμα;
Οι αυξήσεις τιμών στα τρόφιμα και στα σούπερ-μάρκετ οφείλονται σε έναν συνδυασμό παραγόντων, δεν υπάρχει ένας μόνο «ένοχος». Πίσω από τα νούμερα κρύβονται:
- Η ενεργειακή κρίση και το υψηλό κόστος καυσίμων. Η τιμή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου επηρεάζει τα καύσιμα, τη μεταφορά και τα λιπάσματα εφόσον η γεωργία και η επεξεργασία τροφίμων εξαρτώνται κατά πολύ από αυτά.
- Η διατάραξη των εφοδιαστικών αλυσίδων λόγω των πολέμων. Ο πόλεμος στην Ουκρανία (και η συμμετοχή της Ρωσίας) επηρέασε τις εξαγωγές σιτηρών, ηλιοσπόρου και άλλων προϊόντων, με άμεση επίδραση στις τιμές.
- Οι καιρικές καταστροφές που επηρέασαν παραγωγές σε όλη τη Μεσόγειο. Η αύξηση της θερμοκρασίας, οι απρόβλεπτες εποχές καιρικών φαινομένων σημαίνουν υψηλό κίνδυνο για τις αγροτικές καλλιέργειες.
- Η ζήτηση για βιοκαύσιμα (όπως η μετατροπή καλαμποκιού σε αιθανόλη) δημιουργεί ανταγωνισμό για πρώτες ύλες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως τρόφιμα.
- Και, στην περίπτωση της Ελλάδας, τα χαμηλά εισοδήματα, η εξάρτηση από εισαγωγές και οι μεσάζοντες. Η Ελλάδα (αλλά και η Ευρώπη) εισάγει και από το εξωτερικό προϊόντα που μπορεί να επηρεάζονται από εξαγωγικούς περιορισμούς ή αυξήσεις τιμών στο διεθνές εμπόριο.
Παραθέτω μερικά σημαντικά στοιχεία για την εξέλιξη των τιμών των τροφίμων στην Ελλάδα για να αποκτήσουμε πιο «τοπική εικόνα».
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 38,9% την τελευταία 15ετία με την πλειονότητα της ανόδου να σημειώνεται τα τελευταία τρία χρόνια. Από το 2022 έως το 2024 οι τιμές στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά περίπου 28,50%, με μέσο ετήσιο ρυθμό ~9,50%.
Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης ήταν περίπου 2,59% στην Ελλάδα, έναντι περίπου 3,74% στην Ευρωπαϊκή Ένωση και παρά το γεγονός ότι η αύξηση στην Ελλάδα είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ, το πλήγμα για τα νοικοκυριά είναι τεράστιο διότι τα εισοδήματα στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί ελάχιστα. Το γεγονός ότι τα εισοδήματα δεν έχουν αυξηθεί ανάλογα με τις τιμές καθιστά τις ανατιμήσεις εξαιρετικά επώδυνες για τους καταναλωτές καθώς μια αύξηση τιμών +30% δεν ισοδυναμεί με αύξηση εισοδήματος +30%.
Οι μεσάζοντες και το ακριβό «ταξίδι» του τροφίμου
Εκτός των παραπάνω (που είναι συνθήκες και παράμετροι που επηρεάζουν όλους) οι μεσάζοντες και η διάρθρωση της αλυσίδας διακίνησης τροφίμων έχουν παίξει εξαιρετικά μεγάλο ρόλο στις αυξήσεις τιμών, ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η αγορά χαρακτηρίζεται από «πολλούς ενδιάμεσους κρίκους» και χαμηλή διαφάνεια στις τιμές παραγωγού–καταναλωτή.
Στην Ελλάδα, μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή υπάρχουν συνήθως:
- Χονδρέμποροι
- Μεταφορικές εταιρείες
- Διανομείς / μεσάζοντες
- Σούπερ-μάρκετ ή λιανεμπόρια
Κάθε κρίκος προσθέτει «περιθώριο κέρδους», αλλά και κόστος λειτουργίας (αποθήκευση, μεταφορά, ρίσκο φθοράς, χρηματοδότηση αποθεμάτων). Ειδικά για την αποθήκευση έχουν υπάρξει καταγγελίες ότι μεσάζοντες αποθηκεύουν προϊόντα για να δημιουργήσουν τεχνητές ελλείψεις.
Έτσι, ένα προϊόν που φεύγει από τον παραγωγό στα 0,80€ μπορεί να φτάσει στο ράφι με 2€ ή περισσότερο χωρίς να έχουν αυξηθεί τα βασικά κόστη σε αντίστοιχο βαθμό.
Ενδεικτικά: Η τιμή παραγωγού ελαιόλαδου το 2024 κυμαινόταν γύρω στα 6 €/κιλό, ενώ στο ράφι έφτανε 10–12 €/κιλό. Οι τιμές παραγωγού στο γάλα μειώθηκαν αρκετά το 2024, ωστόσο το ράφι δεν ακολούθησε. Το γάλα πωλείται από τους παραγωγούς με ~1,4 €/κιλό, αλλά στο ράφι τα προϊόντα του αυξήθηκαν αλματωδώς. Στα νωπά φρούτα και λαχανικά, ο παραγωγός εισπράττει μόλις το 25-35% της τελικής τιμής. Αυτά τα «gaps» δείχνουν ξεκάθαρα τη συμβολή των μεσαζόντων και της αλυσίδας διακίνησης στην τελική ανατίμηση.
Όπως φαίνεται από τα παραπάνω οι μεσάζοντες και οι ενδιάμεσες δομές διανομής αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα των αυξήσεων τιμών στην Ελλάδα. Δεν είναι η μοναδική αιτία αλλά σίγουρα «πολλαπλασιάζουν» το αποτέλεσμα των άλλων παραμέτρων της αύξησης των τιμών (ενέργεια, πρώτες ύλες, διεθνής πληθωρισμός).
Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο οι μεσάζοντες καθαυτοί, αλλά και η «συγκέντρωση της αγοράς». Με την έλλειψη ανταγωνισμού και διαφάνειας λίγες μεγάλες αλυσίδες σούπερ-μάρκετ ελέγχουν πάνω από το 85% των πωλήσεων με αυτό να σημαίνει ότι μπορούν να καθορίζουν τις τιμές στον μεγαλύτερο βαθμό. Έτσι, οι αυξήσεις μεταφέρονται αμέσως στον καταναλωτή, ενώ οι μειώσεις «καθυστερούν». Το φαινόμενο είναι γνωστό ως “rockets and feathers” (ανεβαίνουν σαν πύραυλος, πέφτουν σαν φτερό).
Οι μικρότεροι προμηθευτές ή παραγωγοί έχουν μικρή διαπραγματευτική δύναμη, ενώ οι μεγάλοι διανομείς και λιανέμποροι μπορούν να διατηρούν τα περιθώρια κέρδους τους ακόμα και όταν αυξάνεται το κόστος.
Τι μπορεί να γίνει
Η μείωση του ρόλου των μεσαζόντων δεν είναι απλή, αλλά υπάρχουν λύσεις που έχουν εφαρμοστεί επιτυχώς αλλού:
- Απευθείας δίκτυα παραγωγών–καταναλωτών (χωρίς «μεσάζοντες”, όπως υπήρξαν στην Ελλάδα το 2012–2014).
- Ψηφιακές πλατφόρμες αγορών απευθείας από παραγωγούς, με διαφάνεια τιμών.
- Ενίσχυση των συνεταιρισμών και τοπικών αγορών (farmers markets).
- Αυστηρότερος έλεγχος κερδοφορίας στις αλυσίδες λιανεμπορίου, ειδικά σε βασικά είδη διατροφής.
Το «όπλο» του μποϊκοτάζ
Τα τελευταία χρόνια, σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και στην Ελλάδα, οργανώθηκαν κινητοποιήσεις καταναλωτών που καλούσαν σε αποχή από τις αγορές στα σούπερ-μάρκετ για λίγες ημέρες, ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Η ιδέα του μποϊκοτάζ στα σούπερ-μάρκετ -δηλαδή να αποφεύγονται οι αγορές από τις μεγάλες αλυσίδες για ορισμένες ημέρες ή να προτιμώνται τα μικρά καταστήματα και οι λαϊκές αγορές- επανέρχεται συχνά.
Αλλά λειτουργεί πραγματικά;
Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί να ρίξει τις τιμές από τη μια μέρα στην άλλη. Απαιτείται μαζική και μακροχρόνια συμμετοχή για να νοιώσουν οι αλυσίδες πίεση. Οι μεγάλες αλυσίδες έχουν τεράστια αποθέματα αντοχής, ενώ οι μικρές αγορές δεν έχουν πάντα τη δυνατότητα να προσφέρουν χαμηλότερες τιμές λόγω όγκου.
Όμως:
- Στέλνει ισχυρό μήνυμα προς τις αλυσίδες λιανεμπορίου και τους προμηθευτές ότι οι καταναλωτές έχουν όρια.
- Ενισχύει την τοπική οικονομία: οι αγορές από μικρά μαγαζιά ή απευθείας από παραγωγούς κρατούν τα χρήματα μέσα στις κοινότητες.
- Περιορίζει τους μεσάζοντες: όταν αγοράζεις απευθείας από τον παραγωγό στη λαϊκή, ο παραγωγός εισπράττει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από την τιμή πώλησης.
- Δημιουργεί ανταγωνισμό: αν οι αλυσίδες δουν πτώση πωλήσεων, μπορεί να προχωρήσουν σε προσφορές ή μειώσεις.
- Αποδυναμώνει το μονοπώλιο της διανομής και δημιουργεί εναλλακτικά κανάλια πώλησης.
Η ακρίβεια δεν θα λυθεί με μια κίνηση, αλλά με συλλογική στάση, εκεί όπου ο καταναλωτής σταματά να είναι παθητικός και γίνεται ενεργός παίκτης. Ο τρόπος που επιλέγουμε να ψωνίζουμε μπορεί να επηρεάσει την ισορροπία ισχύος στην αγορά. Ένα μποϊκοτάζ, ή ακόμη περισσότερο μια συνειδητή στροφή στις λαϊκές και στα μαγαζιά της γειτονιάς, δεν είναι απλώς πράξη οικονομικής επιβίωσης. Είναι πράξη κοινωνικής πίεσης και ενίσχυσης της τοπικής παραγωγής.
Νάσος Βαλαβάνης
Ακούστε το άρθρο
Ανακάλυψε περισσότερα από Επιτομή ειδήσεων
Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τις τελευταίες αναρτήσεις στο email σας.