Η Τράπεζα της Ανατολής (Banque d’ Orient) – Πως καταχράστηκε τα χρήματα των Μικρασιατών προσφύγων

Σμύρνη – Το κτίριο της Τράπεζας της Ανατολής

Tου Ευθύμη Λεκάκη
Νομικού LL M. International Law, Οικονομολόγου (μέλους Ο.Ε.Ε.), Ιστορικού Ερευνητή

Η Τράπεζα της Ανατολής (Banque D’ Orient) ιδρύθηκε το 1904 ύστερα από συνεννόηση του διοικητή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Στέφανου Στρέιτ και του διοικητή της αντίστοιχης τράπεζας της Γερμανίας Φον Μοζέβιους, οι οποίες ανέλαβαν να καλύψουν από κοινού το μετοχικό κεφάλαιο. Ο Στρέιτ δέχτηκε βεβαίως τη γερμανική πρόταση αλλά με την προϋπόθεση ότι θα υπάρχει ελληνική πλειοψηφία στο Διοικητικό Συμβούλιο της νέας τράπεζας. Σύμφωνα με τη σύμβαση που υπογράφτηκε από τους δύο ομίλους, έπρεπε σε κάθε κατάστημα τράπεζας να υπάρχουν δυο διευθυντές ένας Έλληνας και ένας Γερμανός με μοναδική εξαίρεση τα καταστήματα της Θεσσαλονίκης και της Σμύρνης στα οποία θα υπήρχε μόνο Έλληνας διευθυντής. Το αρχικό Κεφάλαιο της νέας υπό ίδρυση τράπεζας συμφωνήθηκε στα δέκα εκατομμύρια Γαλλικά Φράγκα.

Ο ρόλος της Nationalbank für Deutschland ήταν απλά σκιώδης στην όλη επιχείρηση δεδομένου ότι δεν υπήρχε ρητή δέσμευση  καμιά από τις δύο πλευρές να υποχρεούται ή έστω να επιθυμεί να κρατήσει τις μετοχές της Τράπεζας Ανατολής. Απλά ήθελαν να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση ότι κυοφορείται μια νέα διεθνής τράπεζα για να προσελκύσουν τα κεφάλαια των ελληνικών πληθυσμών στην Αίγυπτο και την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι στην ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης λειτουργούσαν πριν το 1922 5800 εργοστάσια Ελληνικής ιδιοκτησίας, την ίδια στιγμή που στην Ελλάδα το ίδιο διάστημα λειτουργούσαν μόνο 450. Ο Ελληνισμός της Ιωνίας είχε παρουσία στο χώρο αυτό πάνω από 5000 χρόνια.
Έτσι λοιπόν ένας πολιτισμός που ήταν στον χώρο αυτό για χιλιάδες χρόνια ξεριζώθηκε με εκείνη την συνθήκη της Λωζάννης μέσα σε διάστημα 2 με 3 ετών. Σκοπός «να ιδιοποιηθούμε» αυτό το τεράστιο απόθεμα χρυσού και τον πλούτο των Ελλήνων της Μεσογείου οι οποίοι, αν θυμόμαστε, την εποχή εκείνη ήταν η πλουσιότερη ομάδα σ’ όλη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Μόνον το υποκατάστημα της Αιγύπτου δήλωνε ετήσια κέρδη από ένα έως ενάμιση εκατομμύρια χρυσά Γαλλικά Φράγκα από ένα υποκατάστημα.

Μόλις το 1905 το ποσοστό της γερμανικής πλευράς έπεσε στο 4%, ενώ η Εθνική Τράπεζα διατήρησε ένα ποσοστό 49.51%. Το υπόλοιπο πωλήθηκε σε επενδυτές (βλ. Χαζάρους) και σε τράπεζες που έλεγχε η Γερμανία (Αυστριακές Βίνερμπανκ Φεράιν και Ντόιτς Μπάνκ και Λέντερ Μπάνκ» της Βιέννης).

Η Τράπεζα Ανατολής ίδρυσε στον πρώτο χρόνο της λειτουργίας της υποκαταστήματα, πρακτορεία, και υποπρακτορεία σε Θεσσαλονίκη, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Ζαγαζίκ, Μοναστήρι, Μυτιλήνη, Σέρρες, Πέργαμο, Μαγνησία, Κωνσταντινούπολη, Αμβούργο.
Προς το τέλος του 1905, έγινε διπλασιασμός του μετοχικού κεφαλαίου, με συμμετοχή μόνο της γερμανικής πλευράς. Ακολούθησε η διχοτόμηση της τράπεζας σε δύο τμήματα, στην Τράπεζα της Ανατολής και την Orient Bank. Την τελευταία κράτησε η γερμανική πλευρά με το μισό εταιρικό κεφάλαιο και τα υποκαταστήματα στην Κωνσταντινούπολη και το Αμβούργο, ενώ στη συνέχεια δημιούργησε το δικό της δίκτυο.

Από το 1906 έως το 1930 γίνονται επιτυχημένες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου στις οποίες και συμμετείχαν κυρίως Έλληνες από την ομογένεια, κυρίως από την Αίγυπτο, μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Η Τράπεζα Ανατολής είχε καταφέρει να ανταπεξέλθει στην οικονομική δυσπραγία της περιόδου μετά το 1922, κυρίως μέσω κερδοφόρων επενδύσεων και αποδοτικών δανειοδοτήσεων στον τομέα του εμπορίου βάμβακος στην Αίγυπτο.

 

Βιβλιάριο καταθέσεων της Τράπεζας της Ανατολής

Όταν με διαταγή του Μπέη της Σμύρνης τα εγκληματικά στοιχεία που είχαν στρατολογηθεί από τις τοπικές επιτροπές των Νεότουρκων (Ένωση και Πρόοδος)  άρχισαν να σφάζουν τους Έλληνες, πήγαν όλοι και κατέθεσαν τους τίτλους ιδιοκτησίας των εργοστασίων τους, των σπιτιών τους και των περιουσιών τους στην τράπεζα της Ανατολής διότι προβαλλόταν πάντα ως Ελληνική τράπεζα διότι και η Εθνική εθεωρούντο Ελληνική τράπεζα. Δεν ήξερε κανένας ότι την εποχή εκείνη η τράπεζα ανήκε στους Χαζάρους οι οποίοι είχαν πάρει το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών από τους συνεργάτες τους Γερμανούς.
Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος λεγόταν τυπικά  «της Ελλάδος». Επειδή η Ανατολή ήταν θυγατρική της Εθνικής, οι Έλληνες υπονόησαν πως και αυτό το πιστωτικό Ίδρυμα θα είναι επίσης Ελληνικό. Και σήμερα ακόμα, απ’ ότι φαίνεται, η Εθνική τράπεζα συλλέγει τεράστια ποσά από τίτλους ιδιοκτησιών των Ελλήνων της Σμύρνη επειδή είτε δε βρέθηκε ποτέ ο κάτοχος αφού σφαγιάσθηκε από τους Τσέτες και τους Νεότουρκους είτε βρίσκεται στο βυθό του Αιγαίου μαζί με τις μετοχές της Ανατολής!

Όταν αποφασίστηκε το 1931-2 να πουληθεί η τράπεζα της Ανατολής, ήταν αδύνατον να βρεθεί πλειοψηφικό πακέτο μετοχών για να γίνει γενική συνέλευση. Προσπάθησαν τέσσερις φορές να συγκαλέσουν γενική συνέλευση για να πωληθεί δήθεν η Τράπεζα της Ανατολής στην Εθνική Τράπεζα και δεν μπορούσαν να κάνουν απαρτία επειδή ήταν λιγότεροι από το 46%. Όλες οι άλλες μετοχές είχαν εξαφανιστεί! Όταν το 1932 υποτίθεται πως απορρόφησε η Εθνική την Τράπεζα της Ανατολής υπήρχε ένα εφεδρικό κεφάλαιο που ήταν γύρω στα 580 εκατομμύρια χρυσά Γαλλικά Φράγκα. Το κάθε ένα χρυσό Γαλλικό Φράγκο ζυγίζει 8 γραμμάρια, άρα τα 580.000.000 χρυσά Γαλλικά Φράγκα ζυγίζουν (580.000.000 x 8γρ = 4.640.000.000γρ = 4.640.000 κιλά) 4.640 τόνους χρυσού.  Αυτό, σύμφωνα με το συμβόλαιο πωλήσεως δεν μετεβιβάσθηκε στην Εθνική. Κατατέθηκε σε έναν αλληλόχρεο λογαριασμό με επιτόκιο 7,25% και θα διαμοιραζόταν ισόποσα στους μετόχους οι οποίοι χάριν ευκολίας συμφώνησαν να πάρουν άλλο ποσό 150 δραχμές έναντι της κάθε μετοχής μέχρις ότου γίνει η εκκαθάριση. Επομένως, το αποθεματικό κεφάλαιο δεν μεταβιβάσθηκε διά του συμβολαίου προς την Εθνική. Προστέθηκε στο αποθεματικό όλα εκείνα τα κεφάλαια χρήσεων ’32, ’33, ’34, ’35 και ’36. Το ποσόν το οποίον έφτασε τον Δεκέμβρη του ’36 στα 870 εκατομμύρια χρυσά Γαλλικά φράγκα από την τράπεζα της Ανατολής κατατεθειμένα στην Εθνική Τράπεζα, ποσό που αντιστοιχούσε σε 6.960 τόνους χρυσού.
Αυτήν την ποσότητα χρυσού την πλήρωσαν οι Έλληνες της Μ. Ασίας. Και τότε αλλά και έως σήμερα ειδικός όρος στο άρθρο 26 του καταστατικού της Εθνικής μόνιμος αντιπρόεδρος με δικαίωμα εκτελεστού (δηλαδή ασκεί διοίκηση) είναι ο εκάστοτε
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος!

 

ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΗΣ “ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗΣ”

Τίτλος 1 μετοχής της Τράπεζας της Ανατολής αξίας την 1_7_1910 125 χρυσών φράγκων

Από το 1930, λοιπόν, ξεκίνησαν οι διαβουλεύσεις για τη συγχώνευση της Τράπεζας Ανατολής, μιας από τις 4 μεγαλύτερες τράπεζες της εποχής, με την Εθνική Τράπεζα, η οποία διατηρούσε ένα μεγάλο ποσοστό μετοχών της πρώτης από τον καιρό της ίδρυσης ακόμη. Λόγω της φύσης της Ελληνικής Οικονομίας το 1929, η παγκόσμια κρίση δεν είχε τα ίδια αποτελέσματα στη χώρα μας. Η αγροτική παραγωγή αυξήθηκε, όπως μειωμένες παρέμεναν και οι εισαγωγές. Η κρίση του 1930 που ακολούθησε ήταν αρχικά τεχνητή και προκλήθηκε από την Εθνική Τράπεζα, ως απάντηση στην ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία έχασε το εκδοτικό δικαίωμα και πλέον η έκδοση του εθνικού νομίσματος μεταφέρθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Η Εθνική Τράπεζα σταμάτησε όλα τα δάνεια, μάζεψε το χρήμα από την αγορά, φυγάδευσε τεράστια ποσά στο εξωτερικό σε συνάλλαγμα και ανταγωνιζόταν την Τράπεζα της Ελλάδος σε κάθε δραστηριότητα της. Αντίστοιχες κινήσεις είχαν κάνει οι μεγάλοι δανειστές στις Ηνωμένες Πολιτείες, και κατάφεραν να διαλύσουν την αμερικάνικη οικονομία και να εκβιάσουν τη δημιουργία Κεντρικής Τράπεζας.

Για να σταματήσει αυτός ο πόλεμος, η λύση που προτάθηκε ήταν να ενωθεί και πάλι η Τράπεζα της Ελλάδος με την Εθνική Τράπεζα και να γίνει η Εθνική Τράπεζα η κεντρική τράπεζα της χώρας. Η λύση αυτή προτάθηκε στην Κυβέρνηση Βενιζέλου από την Εθνική Τράπεζα, από ξένους αξιωματούχους και στη συνέχεια από την Κοινωνία των Εθνών.

Η τεχνητή κρίση ξέφυγε από κάθε έλεγχο όταν η Αγγλική Λίρα έφυγε από τον κανόνα του χρυσού, και η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να διατηρήσει τη δραχμή στον κανόνα του χρυσού. Ως αποτέλεσμα, οι απώλειες για την Τράπεζα της Ελλάδας ήταν τεράστιες καθημερινά, αφού αντιμετώπιζε κερδοσκοπικά κύματα τόσο από το εξωτερικό, όσο και από το εσωτερικό της χώρας.

Οι προσπάθειες αντιμετώπισης του προβλήματος από την κυβέρνηση Βενιζέλου περιλάμβαναν νόμους για την προστασία του εθνικού νομίσματος, την ισχυροποίηση της Τράπεζας της Ελλάδας και τον πλήρη διαχωρισμό της από την Εθνική Τράπεζα (δεν κράτησε και πολύ), αλλά και νόμους για την απαγόρευση εξαγωγής συναλλάγματος. Δυστυχώς δεν είχαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα και η χώρα οδηγήθηκε σε χρεοκοπία.

Η Εθνική Τράπεζα μετά τη δημιουργία της Τράπεζας της Ελλάδος, προσπάθησε να μονοπωλήσει τον τραπεζικό τομέα στη χώρα. Στα πλαίσια της γιγάντωσης της προσπάθησε να απορροφήσει αρκετές τράπεζες και βρισκόταν σε συνομιλίες με τη φιλικά προσκείμενη Τράπεζα της Ανατολής, η οποία εκτός των άλλων πρόσφερε και μια διέξοδο συναλλάγματος προς το εξωτερικό. 


Ανακάλυψε περισσότερα από Επιτομή ειδήσεων

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τις τελευταίες αναρτήσεις στο email σας.

Σχολιάστε