Του Ευθύμη Λεκάκη
Νομικού LL M. International Law,
Οικονομολόγου (μέλους Ο.Ε.Ε.),
Ιστορικού Ερευνητή
[ Η ομιλία του Ευθύμη Λεκάκη στο Διεθνές Συνέδριο Ποντιακού Ελληνισμού που διοργανώθηκε στις 4 και 5 Νοέμβρη 2023 από το Σύλλογο Ποντίων Χανίων Παναγία Σουμελά, υπό την αιγίδα του Δήμου Χανίων, της Περιφέρειας Κρήτης και της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης στο Κέντρο Αρχιτεκτονικής Μεσογείου. ]
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Σύμφωνα με αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, στον Πόντο, πριν από την ελληνική εποίκιση, κατοικούσαν διάφοροι γηγενείς πληθυσμοί. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι Κόλχοι ή Λαζοί (ανατολικά της Τραπεζούντας) που εκχριστιανίστηκαν κατά τη βυζαντινή περίοδο και εξισλαμίστηκαν κατά την τουρκοκρατία. Άλλοι ντόπιοι λαοί ήταν οι Λευκόσυροι (προς την Καππαδικία), οι Χαλδαίοι (στη Χαλδία), οι Χάλυβες, οι Μοσσύνοικοι (μεταξύ Κερασούντας και Τρίπολης), οι Δρίλες, οι Μάκρωνες, οι Κερκύτες. Οι Ταόχοι, οι Φασιανοί (γύρω από τον Φάση ποταμό), οι Παφλαγόνες, Τιβαρηνοί κ.α. Οι ντόπιοι αυτοί λαοί ποτέ δε μπόρεσαν να ενωθούν. Κρατήθηκαν σαν ξεχωριστές πληθυσμιακές ομάδες με τη δική τους γλώσσα και την ξεχωριστή τους θρησκεία.
Αν υπολογίσουμε ότι η Αργοναυτική εκστρατεία τοποθετείται πριν από τον Τρωϊκό πόλεμο (12ο π. Χ. αιώνα), εύκολα συμπεραίνουμε, κατά τη μυθολογία, ότι η ελληνική παρουσία στην περιοχή του Πόντου, πάει πολύ πίσω. Η Σινώπη είναι η πρώτη ελληνική αποικία του Πόντου που ιδρύθηκε στις αρχές του 8ου π. Χ. αιώνα με αποίκους από τη Μίλητο της Ιωνίας. Η Σινώπη αναπτύχθηκε οικονομικά, κατέλαβε νέα εδάφη, ίδρυσε αποικίες, που εξελίχτηκαν σε σημαντικά πολιτιστικά κέντρα: τα Κοτύωρα (σήμερα Ορντού),την Κερασούντα και την Τραπεζούντα. Η ίδρυση της οποίας τοποθετείται στο 756 π. Χ. και έγινε το σπουδαιότερο πολιτιστικό κέντρο και η Μητρόπολη του Ελληνισμού του Πόντου.
Προχωρώντας στα βορειοανατολικά παράλια, συναντούμε άλλες αποικίες των Μιλησίων: τη Φάση, τη Διοσκουριάδα, το Παντικάπαιο (σήμερα Κέρτς), τη Θεοδοσία, τη Φαναγόρεια, την Τάναϊ και την Ολβία. Με τις αποικίες, ο Εύξεινος Πόντος, στα τέλη του 7ου π. Χ. αιώνα έγινε καθαρά ελληνική θάλασσα όπου αναπτύχθηκε το ελληνικό στοιχείο και ο ελληνικός πολιτισμός. Όλες οι ελληνικές αποικίες του Πόντου οργανώθηκαν πολιτικά ακριβώς με το ίδιο σύστημα της μητροπολιτικής Ελλάδας.
Κατά την Αλεξανδρινή περίοδο (323 π. Χ. μέχρι τη Ρωμαιοκρατία 64 π.Χ.), οι ελληνικές πόλεις του Πόντου γνώρισαν μεγάλη οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη και απόκτησαν τεράστια πολιτική δύναμη. Λόγω αυτής της κραταιάς ισχύος, κατέστη πολύ εύκολος ο εξελληνισμός πόλεων στο εσωτερικό του Πόντου, όπως έγινα στα Κάβειρα, στη Γαρίαιρα, στα Κόμανα και στην Αμάσεια. Το 63 π. Χ. η περιοχή καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους, και άρχισε η περίοδος της Ρωμαιοκρατίας. Τότε, ο Πόντος και η Βιθυνία αποτελούσαν ενιαία επαρχία μαζί με την Παφλαγονία. Επί Διοκλητιανού (284-305 μ. Χ.) έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο στο ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και παράλληλα ετοιμάστηκε η ένταξή του στο Βυζαντινό κράτος που άρχισε τη λειτουργία ρου με το Μ. Κωνσταντίνο (306-337). Τότε ο Πόντος κατέστη η ακραία βορειοανατολική επαρχία της αυτοκρατορίας με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Μέχρι τα μέσα του 6ου αιώνα, δηλαδή τα χρόνια του Ιουστινιανού, διοικητικό κέντρο του Πόντου ήταν η Νεοκαισάρεια, χωρίς να υστερεί στο ελάχιστο πολιτιστικά και πολιτικά η Τραπεζούντα. Επί Ιουστινιανού, το διοικητικό κέντρο μεταφέρθηκε από τη Νεοκαισάρεια στην Τραπεζούντα, η οποία έγινε και πολιτικό, στρατιωτικό, πνευματικό και οικονομικό κέντρο του Πόντου.
Την περίοδο της δυναστείας των Μακεδόνων, ο Αυτοκράτορας Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος (976-1025) προσάρτησε τα αρμενικά κρατίδια στα ανατολικά του Πόντου μέχρι την περιοχή του Καρς, ενώ παράλληλα διεξήγαγε νικηφόρες μάχες κατά του βασιλιά της Γεωργίας.
Κατά την ίδια περίοδο (11ος αιώνας) εμφανίστηκαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι.
Το ζήτημα του Πόντου (Pontus meselesi ή Pontus Sorunu)

Το ζήτημα τέθηκε πρώτη φορά στα εκπαιδευτικά ζητήματα της Τουρκίας στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Συγκεκριμένα, το 1999, το Τουρκικό Υπουργείο Παιδείας, έστειλε επιστολή στα εκπαιδευτήρια της χώρας και έλεγε ότι οι Πόντιοι Έλληνες, οι Ρωμιοί της Τουρκίας, οι Αρμένιοι και οι Ασσύριοι, επιθυμούν να διαμελίσουν τη χώρα. (Dixon J.M. «Education and National Narratives: Changing Representations of the Armenian Genocide in History Textbooks in Turkey». The International Journal for Education Law and Policy, 2010, σ. 115, υποσημείωση 185).
Στις 25 Μάη του 2001, η τουρκική κυβέρνηση δημιούργησε επιτροπή που θα αναλάμβανε την επίσημη πολιτική ενάντια στους ισχυρισμούς περί γενοκτονίας. Την ίδρυση αυτής της επιτροπής, υποστήριξε και ο επικεφαλής του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) Devlet Bahçeli, που ήταν και αντιπρόεδρος της τότε κυβέρνησης. Η επιτροπή που ιδρύθηκε ονομάστηκε: Συντονιστική Επιτροπή για την Καταπολέμηση Αβάσιμων Ισχυρισμών Γενοκτονίας (Asılsız Soykırımı İssialarıyla Mücadele Koordinasyon Kurulu – ASİMKK), και είχε στόχο τον συντονισμό των κρατικών πολιτικών απέναντι στο Αρμενικό, Ποντιακό και Ασσυριακό ζήτημα καθώς και «η διασφάλιση ότι οι νέοι θα είναι ενήμεροι για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των ανυπόστατων ισχυρισμών περί γενοκτονίας» (European Stability Initiative «Noah’s Dove Returns. Armenia, Turkey and the Debate on Genocide», Berlin/Istanbul/Yerevan, 21 April, 2009 σ. 5). Στη συνέχεια εξέδωσε νέο, πρόσθετο υλικό για τη διδασκαλία της ιστορίας στα τουρκικά σχολεία καθώς και ένα εγχειρίδιο, στο οποίο υποστηριζόταν ότι οι δηλώσεις περί γενοκτονίας αποτελούσαν συνωμοσία των Δυτικών Δυνάμεων για να αποδυναμωθεί η Τουρκία, αφού οι τελευταίες «δε μπορούν να ανεχτούν μια ισχυρή Τουρκία στο άμεσο και απώτερο μέλλον». Μετά την δημιουργία της Συντονιστικής αυτής Επιτροπής, τον Ιούνη του 2002, το Τουρκικό Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να συμπεριλάβει στο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος της Ιστορίας του Λυκείου θεματικές ενότητες για τους Αρμένιους, τους Έλληνες του Πόντου και τους Ασσύριους.
Tebliğler Dergisi –αντίστοιχο του ελληνικού ΦΕΚ- αριθ. 2538, Ιούλης 2002 (Milli Eğitim Bankalığı Tebliğer Dergisi, Cilt: 65,Temmuz 2002, sayı: 2538, s. 541-544)
Α. «ΙΣΤΟΡΙΑ Β΄ ΛΥΚΕΙΟΥ» Στην ενότητα «ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΙΙ (1600-1922), στο κεφάλαιο «Εθνικιστικά κινήματα και νέες εξελίξεις» και στο υποκεφάλαιο «Ανταρσία της Πελοποννήσου» ( και όχι «επανάσταση» βέβαια ) να προστεθούν :
Διδακτικοί στόχοι
1ος ΓΕΝΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ: ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΙΔΕΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΙΔΙΩΞΕΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΑ.
Επί μέρους στόχοι:
1. Η πολιτική της Ελληνικής Μεγάλης Ιδέας σε σχέση με την Ανατολία.
2. Η Μεγάλη Ιδέα σε σχέση με την περιοχή του Πόντου.
3. Εξελίξεις στην περιοχή του Πόντου μέχρι την ίδρυση του Βασιλείου του Πόντου.
4. Πότε και από ποιους ιδρύθηκε το Βασίλειο του Πόντου.
5. Σχέσεις του Βασιλείου του Πόντου με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
6. H πτώση του Βασιλείου του Πόντου.
7. Συσχετισμός του Βασιλείου του Πόντου με την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. -Εδώ θα πρέπει να δειχθεί ότι δεν υπάρχει ουδεμία σχέση μεταξύ του Βασιλείου του Πόντου και της Αυτοκρατορίας Τραπεζούντας. Από το 1080 εγκαταστάθηκαν εκεί οι Kıpcak Tούρκοι και οι Τουρκμένοι που ξέφυγαν από τη Μογγολική καταπίεση.
8. Μεταναστεύσεις Τούρκων στην περιοχή του Πόντου και επιδράσεις τους στην κοινωνική δομή στους προχριστιανικούς αιώνες.
9. Η μετανάστευση των Τούρκων στην περιοχή του Πόντου μεταξύ 11ου και 14ου αιώνα μ. Χ. και οι επιδράσεις τους στην κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική δομή της περιοχής.
10. Κοινωνική δομή στον Πόντο κατά την οθωμανική περίοδο.
11. Πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.
2ος ΓΕΝΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ: ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΤΟΥΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥΣ ΠΕΡΙ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ (ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ).
Επί μέρους στόχοι:
1. Στόχοι και διευκρινίσεις των ισχυρισμών περί ποντιακού (ζητήματος)
2. Διεθνείς παράγοντες που επηρέασαν την ανάδειξη των ισχυρισμών αυτών. -Εδώ θα συνδεθεί το Ανατολικό Ζήτημα με τα σχέδια διαμελισμού του οθωμανικού κράτους και τη Συνθήκη των Σεβρών
3. Ο ρόλος της Ελλάδας στην ανάδειξη αυτών των ισχυρισμών.
4. Ο ρόλος των εξαρτώμενων από το Ρωμαίικο Πατριαρχείο Φαναρίου εκκλησιών στην ανάδειξη των ισχυρισμών περί ποντιακού ζητήματος.
5. Σχετικά με τις προσπάθειες εξάπλωσης των ισχυρισμών περί του ποντιακού (ζητήματος). -Εδώ θα γίνει αναφορά στις δραστηριότητες που ανέπτυξαν τα ξένα σχολεία, το Ρωμαίικο Πατριαρχείο Φαναρίου και η Ελλάδα, κατά την περίοδο 1600-1922.
3ος ΓΕΝΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ: ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΠΕΡΙ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ (ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ).
Επί μέρους στόχοι:
1. Να λεχθεί πότε ξεκίνησαν στην πράξη για πρώτη φορά οι ισχυρισμοί.
2. Να λεχθεί ποιοί φορείς ιδρύθηκαν για την υλοποίηση του στόχου
3. Να διευκρινιστούν οι κοινοί στόχοι των ιδρυθέντων φορέων.
4. Να διευκρινιστούν οι δραστηριότητές τους
5. Να διευκρινιστεί ο ρόλος του Ρωμαίικου Πατριαρχείου Φαναρίου και οι υπαγόμενες σ’ αυτό εκκλησίες στις δραστηριότητες.
6. Ο ρόλος της Ελλάδας…
7. Η θέση του ποντιακού στο Ανατολικό Ζήτημα.
8. Ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Αμερικής Ρωσίας) στην Πολιτικοποίηση του ποντιακού ζητήματος.
9. Πού απέβλεπαν οι Μεγάλες Δυνάμεις με τη στήριξή τους στην πολιτικοποίηση του ποντιακού ζητήματος
Β. «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΤΑΤΟΥΡΚΙΣΜΟΣ», Γ΄΄΄΄¨ ΛΥΚΕΙΟΥ
Στην ενότητα: «Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Της ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ» , στο κεφάλαιο «Εσωτερική κατάσταση στην πατρίδα και Σύλλογοι» και στο υποκεφάλαιο «Σύλλογοι εναντίον της εθνικής μας ύπαρξης», να προστεθούν:
1ος ΓΕΝΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ: ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΝΤΟ ΚΑΤΑ ΤΟΝ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ.
Επί μέρους στόχοι:
1. Δραστηριότητες των ποντιακών συμμοριών κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
2. Γιατί στήριξαν τις ποντιακές συμμορίες κατά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ.
3. Συνεργασία του Ρωμαίικου Πατριαρχείου Φαναρίου με τις ποντιακές συμμορίες κατά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο.
4. Τα μέτρα που έλαβε η οθωμανική κυβέρνηση εναντίον των ποντιακών συμμοριών κατά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο.
5. Τα αποτελέσματα των μέτρων που έλαβε η οθωμανική κυβέρνηση…
2ος ΓΕΝΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ: ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ (ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ) ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΑΝΑΚΩΧΗΣ ΤΟΥ ΜΟΥΔΡΟΥ
Επί μέρους στόχοι:
1. Δραστηριότητες για την πραγμάτωση του ποντιακού μετά τη Συνθήκη ανακωχής του Μούδρου. Εδώ θα συσχετισθεί η Συνθήκη Ανακωχής του Μούδρου με τη Συνθήκη των Σεβρών.
2. Οι λόγοι για τους οποίους περιελήφθη στην Η.Δ. του Συνεδρίου Ειρήνης στο Παρίσι το ποντιακό (ζήτημα).
3. Αποτελέσματα (αυτού του γεγονότος).
4. Οι λόγοι της αγγλικής πολιτικής στο Συνέδριο σχετικά με το ποντιακό.
5. Η πολιτική της Ελλάδας και οι στόχοι της στο ποντιακό, στο Συνέδριο.
6. Στόχος της συνεργασίας των αυτονομιστικών συμμοριών Ορθοδόξων και Αρμενίων στον Πόντο, μετά τη Συνθήκη του Μούδρου.
7. Τα αποτελέσματα αυτής της συνεργασίας…
3ος ΓΕΝΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ: ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΝΤΙΑΚΟ (ΖΗΤΗΜΑ) ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ (ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ) ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ.
Επί μέρους στόχοι:
1. Οι στόχοι των αυτονομιστικών Ορθοδόξων συμμοριών κατά τον απελευθερωτικό πόλεμο.
2. Ο ρόλος (των αυτονομιστικών) συμμοριών στην πολεμική στρατηγική της Ελλάδας στον Πόντο.
3. Οι αιτίες που οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ στήριξαν (τις αυτονομιστικές συμμορίες).
4. Γιατί η ΤΒΜΜ πήρε μέτρα εναντίον των αυτονομιστικών συμμοριών.
5. Ποια συγκεκριμένα μέτρα έλαβε. Εδώ θα αναφερθούν τα διοικητικά, δικαστικά και νομικά μέτρα που έλαβε η ΤΒΒΜ (Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση).
6. Τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων.
7. Τα νομικά αποτελέσματα των ενεργειών για πραγμάτωση του ποντιακού (ζητήματος) με βάση τη Συνθήκη ανταλλαγής των πληθυσμών.
4ος ΓΕΝΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ: ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ (ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ).
Επί μέρους στόχοι:
1. Οι ελληνικοί ισχυρισμοί σχετικά με την περιοχή του Πόντου.
2. Η απόδειξη του ανυπόστατου των ελληνικών ισχυρισμών από ιστορική και επιστημονική άποψη.
3. Η σύμβαση του ΟΗΕ περί γενοκτονίας και οι ανυπόστατοι ελληνικοί ισχυρισμοί. -Εδώ θα αξιολογηθεί το ανυπόστατο των ελληνικών ισχυρισμών σύμφωνα και με άλλες διεθνείς συνθήκες.
4. Η απόδειξη των ανυπόστατων ελληνικών ισχυρισμών από ιστορική, πολιτιστική, πολιτική και πληθυσμιακή άποψη.
Στις 14 Απρίλη του 2003, το Τουρκικό Υπουργείο Παιδεία εξέδωσε εγκύκλιο, ζητώντας από όλα τα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ακόμα και από τα μειονοτικά, να οργανώσουν διαλέξεις και διαγωνισμούς δοκιμίου, σχετικά με τους «ανυπόστατους ισχυρισμούς περί γενοκτονίας των Αρμενίων, των Ποντίων και των Ασσυρίων». Το θέμα δοκιμίου στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση αφορούσε την «Αρμενική εξέγερση και τις δραστηριότητες των Αρμενίων κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου». Επιπλέον, προβλεπόταν η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και των επιθεωρητών αναφορικά με το θέμα των «ανυπόστατων ισχυρισμών περί γενοκτονίας». (Milli Eğitim Bakanlığı, Talim ve Terbiye Kurulu Başkanlığı, No. B.08.0.TTK.0.01.01.04, Konferans ve Kompozisyon Yarışması Düzenlenmesi [Διεύθυνση των Διαλέξεων και του Διαγωνισμού Δοκιμίου]).
Η Ένωση Δικηγόρων του Ντιγιαρμπακίρ έφερε την υπόθεση της εγκυκλίου ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου με σκοπό την ακύρωσή της. Το Ακυρωτικό απέρριψε το αίτημα με τη δικαιολογία ότι η Ένωση Δικηγόρων δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την υπόθεση. Τα μειονοτικά σχολεία της Τουρκίας και ιδιαίτερα τα αρμένικα ενημέρωσαν το Υπουργείο Παιδείας ότι δεν θα εφάρμοζαν αυτή την εγκύκλιο στα σχολεία τους.
Η απόφαση αυτή του Υπουργείου, προκάλεσε έντονες διαμαρτυρίες, που εκφράστηκαν με ογκώδεις διαδηλώσεις. Η Ένωση Τούρκων Δασκάλων καταδίκασε τα μέτρα που ελήφθησαν από το Υπουργείο Παιδείας χαρακτηρίζοντάς τα «ρατσιστικά και σοβινιστικά». Επιπλέον, επέκρινε τον τρόπο παρουσίασης των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων στα νέα Αναλυτικά Προγράμματα και σχολικά εγχειρίδια.
Στις 4 Οκτώβρη του 2003, μια κίνηση πολιτών, γνωστή σαν «Barış için Tarih» (Ιστορία για την Ειρήνη) δημοσιοποίησε ένα κείμενο, που υπογράφηκε από 400 άτομα, μεταξύ των οποίων καλλιτέχνες, δικηγόροι, καθηγητές πανεπιστημίου, εκπαιδευτικοί, μέλη συνδικάτων, συνταξιούχοι δικαστές της στρατιωτικής δικαιοσύνης, δημοσιογράφοι και ιστορικοί. Το κείμενο ανέφερε τα εξής:
«Ως πολίτες και γονείς έχουμε βαθειά ανησυχία για την εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας σχετικά με τις τροποποιήσεις των Αναλυτικών Προγραμμάτων των βιβλίων Ιστορίας»… Θα επιθυμούσαμε να δούμε τα παιδιά μας να μορφώνονται σε ένα κλίμα σεβασμού και ανοχής προς τους άλλους, επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων και των ομάδων και αμοιβαίας κατανόησης και εμπιστοσύνης. Η εκπαίδευση μέσω της ιστορίας είναι η βάση για τη δημοκρατική Ευρώπη, όπως δηλώνεται στο κείμενο του Συμβουλίου της Ευρώπης της 31ης 10. 2001 και υπογράφτηκε από την Τουρκία επίσης. Οι διεθνείς συνθήκες, καθώς επίσης το σύνταγμα και οι νόμοι μας απαγορεύουν την κακή χρήση της Ιστορίας ως οργάνου για τη διάκριση ομάδων και την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στα εγχειρίδια που προβλέπονται από το προαναφερθέν διάταγμα, οι Αρμένιοι, οι Έλληνες και οι Ασσύριοι παρουσιάζονται ως εχθροί. Η μελέτη και η ελεγκτική ομάδα μας αναφέρουν ότι, στις νέες εκδώσεις των εγχειριδίων, οι Αρμένιοι, οι Έλληνες του Πόντου και οι Ασσύριοι θεωρούνται ακόμα μια φορά κατάλληλοι ως «εχθροί», «κατάσκοποι και «βάρβαροι». Οι συναγωγές, οι εκκλησίες και τα σχολεία των μειονοτήτων θεωρούνται «επιβλαβείς κοινότητες». Η εκκλησία θεωρείται «τρομοκρατικό στοιχείο». (Memorandum of the Attention of the members of the European Council, of the Council of the European Union, of the European Commission and of the Members of the European Parliament. Turkey’s Candidacy for Membership of the European Union, σ. 4)
Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22.09.2004 για την πρόοδο της Τουρκίας αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα αναφέρει:
«Η γλώσσα του Τουρκικού Υπουργείου Παιδείας που χρησιμοποιεί στα Αναλυτικά Προγράμματα και τα σχολικά εγχειρίδια είναι η ίδια με αυτή των δραστών της γενοκτονίας –Της επιτροπής Ένωση και Πρόοδος -καθώς στιγματίζει τα μελλοντικά θύματα της επίθεσής του, καταρχήν τους Αρμένιους και τους Έλληνες, αποκαλώντας τους «εχθρούς», «προδότες», «κατασκόπους», πριν τους αποκτηνώσει ως «άχρηστους» και «μικρόβια». (Memorandum of the Attention of the members of the European Council, of the Council of the European Union, of the European Commission and of the Members of the European Parliament. Turkey’s Candidacy for Membership of the European Union, σ. 4-5)
Η εικόνα που προκύπτει από την ανάγνωση και μελέτη του παραπάνω υλικού μπορεί να περιγραφεί περιληπτικά ως εξής:
α) Οι Τούρκοι μαθητές ενημερώνονται για την προέλευση της λέξης «Πόντος» και για τη σημασία της: «Πόντος είναι η ονομασία που έδωσαν στη Μαύρη Θάλασσα οι αρχαίοι Έλληνες» (Kara Cemal, Lise Tarih 2, İstanbul: Önde 2010, σ. 107)
«Στις ελληνικές και λατινικές πηγές, το όνομα Πόντος προέρχεται από τον Εύξεινο Πόντο, που χρησιμοποιείται, για να δηλώσει τη Μαύρη Θάλασσα. Οι ερευνητές εξηγούν ότι, παρ’ όλο που η λέξη Πόντος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει θάλασσα, ο Εύξεινος είναι μια λέξη που σημαίνει «σκοτεινός», ahşaena στην περσική γλώσσα» (Cazgır Vicdan, Yavuz Servet, Ceyhun Niyazi, Tarih lise 2, İstanbul: MEB, 2010, σ. 54)
«… Το όνομα Εύξεινος Πόντος χρησιμοποιούνταν την εν λόγω περίοδο. Σύμφωνα με τα ερευνητικά αποτελέσματα, Πόντος σημαίνει θάλασσα στα ελληνικά, ενώ Εύξεινος σημαίνει σκοτάδι, σύμφωνα με τη γλώσσα των Περσών. Ήδη στη συνέχεια, μετονόμασαν οι Τούρκοι την περιοχή σε Μαύρη Θάλασσα, επηρεασμένοι από αυτή την ονομασία» (Cazgır Vicdan, Genç İlhan, Çelik Mehmet, Genç Celal & Türedi Şenol, Ortaöğretim Tarih 10. Sınıf, İstanbul: MEB, 2009, σ. 159)
β) Ταύτιση της λέξης Πόντος με την περιοχή που βρίσκεται στις βορειοανατολικές ακτές της Ανατολίας: «Στην Ανατολία, πριν από τους Έλληνες και τους Ίωνες, υπήρχαν αποικίες των Φοινίκων. Οι Έλληνες που ήρθαν στην Ανατολία μετά τους Φοίνικες και κατόπιν οι Ρωμαίοι, συνέχισαν να χρησιμοποιούν το όνομα Εύξεινος Πόντος για την περιοχή. Από καιρό σε καιρό, συντομεύοντάς το, ονόμασαν την περιοχή απλά Πόντο. Επομένως η λέξη Πόντος είναι ονομασία που έδωσαν οι Έλληνες στις νότιες ακτές αυτής της θάλασσας, μια θάλασσα που δε σχετίζεται με αυτούς. Συνεπώς, δεν ταιριάζει στην ιστορική πραγματικότητα να αποδίδεται αρχαιοελληνική ή ελληνική ταυτότητα στον καθένα που έζησε στη γεωγραφική περιοχή που ονομάζεται Πόντος. Διότι οι διάφορες πηγές που χρησιμοποίησαν τον όρο «Σουλτάνος των Ρουμ» για τους Σελτζούκους και τους Οθωμανούς σουλτάνους στη διάρκεια των αιώνων, αλλά όλοι γνωρίζουν ότι αυτοί ήταν τούρκοι ηγεμόνες» (Cazgır V. ό. π., 2010, σ. 54)
γ) Εδώ, οι Έλληνες παρουσιάζονται σα να μην έχουν σχέση με την ονομασία Πόντος «Επιπλέον, το όνομα Πόντος είναι το όνομα ενός κράτους που υπήρχε σε προχριστιανικές περιόδους και δεν έχει καμιά σχέση με τους Ρωμιούς και τους Έλληνες. Πόντος ήταν το όνομα μιας μόνο γεωγραφικής περιοχής την εποχή που ιδρύθηκε το κράτος της Τραπεζούντας. Ως εκ τούτου, η συσχέτιση του κράτους της Τραπεζούντας και του κράτους του Πόντου είναι αντίθετη προς την ιστορική πραγματικότητα» (Cazgır V. ό. π., 2010, σ. 55)
δ) Αναφέρονται εν συντομία ότι «…αρχικά, στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, υπήρχαν Φοινικικές αποικίες. Μετά τους Φοίνικες, στην περιοχή ιδρύθηκαν ιωνικές και ελληνικές αποικίες.» (Cazgır V. ό. π., 2010, σ.159).
ε) Γίνεται μνεία και για τη Διοικητική Διαίρεση της περιοχής: «Πριν τους Πέρσες, στην περιοχή κυριαρχούσε ένα κράτος που ονομαζόταν Μηδεία, έκανε επαρχία όλη την περιοχή που κατέλαβε στην Ανατολία το 625 π. Χ. και ονόμασε την περιοχή Καππαδοκία. Οι Πέρσες που κυριάρχησαν στο Ιράν μετά τους Μήδους, το 520 π. Χ., χώρισαν την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας από τη Σατραπεία της Καππαδοκίας και την ονόμασαν «Σατραπεία του Πόντου» , με την έννοια της παράκτιας επαρχίας. Παρά τις συνεχείς αλλαγές των ορίων της επαρχίας, περιελάμβανε τις ακτές της ανατολικής Μαύρης Θάλασσας και την περιοχή που μένει μέσα στο τόξο Κιζίλ Ιρμάκ». (Cazgır V. Κ. ά. ό. π., 2010, σ. 54)
στ) Παρουσιάζεται και η πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής κατά τα χρόνια της Περσικής κατάκτησης: «Αναφορικά με το λαό που κατοικούσε στα όρια της Σατραπείας του Πόντου, στο διάβα της ιστορίας, ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν διάφορες εθνότητες. Συνεπώς, ως αποτέλεσμα των ερευνών που θα γίνουν στην περιοχή, γίνεται κατανοητό ότι το 95% των ανθρωπωνυμίων και τοπωνυμίων δεν είναι ελληνικά. Δεδομένου ότι δεν έμειναν στις μέρες μας γραπτά κείμενα από τον ντόπιο πληθυσμό, δε μπορούμε, ασφαλώς, να καταλήξουμε σε οριστικά αποτελέσματα. Παρ’ όλ’ αυτά τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα των ερευνών καταλήγουν ότι ο λαός της αρχαίας Μαύρης Θάλασσας, δεν είχε συγγένεια ούτε με τους Έλληνες, ούτε με τους Ρωμιούς.» (Cazgır V. Κ. ά. ό. π., 2010, σ. 54)
ζ) Προχωρούν παραπέρα κάνοντας αναφορά στο Μιθριδάτη και το κράτος του στην ίδια περιοχή. «Σ’ αυτή την περιοχή το 298 π. Χ., ιδρύθηκε από το Μιθριδάτη, που ήταν γιος Πέρση σατράπη το ιστορικό βασίλειο του Πόντου. Αυτό το κράτος που έγινε γνωστό με το όνομα Βασίλειο του Πόντου διατηρήθηκε από το 298-63 π. Χ. και έφτασε να είναι μια δύναμη που θα μπορούσε να γίνει ο αντίπαλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Ανατολή. Ωστόσο, αυτό το βασίλειο διαιρέθηκε από το Ρωμαϊκό στρατό σε τρία τμήματα, ώσπου διαλύθηκε το 63 π. Χ. Αυτή την περίοδο, στη Μαύρη Θάλασσα κατοικούσαν Ιρανοί, Ρωμιοί στις παραλιακές πόλεις και Τουρανλήδες που ήταν κοινότητες με καταγωγή από την Κεντρική Ασία και αποτελούσαν τον πραγματικό ντόπιο πληθυσμό της περιοχής» (Kara K. ό. π., σ. 108)
Τα τουρκικά βιβλία αναφέρονται επιγραμματικά στις αποικίες που ίδρυσαν κατά την αρχαιότητα οι Έλληνες στον Πόντο, διαχωρίζοντάς τις από τις αντίστοιχες ιωνικές. Για την ελληνική παρουσία στον Πόντο, παρέχονται σημαντικές πληροφορίες από το έργο του Ξενοφώντα «Κύρου Ανάβαση». Θεωρείται το πρώτο έργο, ο συγγραφέας του οποίου πέρασε από τον Πόντο και δίνει ακριβείς περιγραφές. Ο Ξενοφώντας κάνει λόγο για την Τραπεζούντα, τα Κατύωρα, την Κερασούντα, τη Σινώπη κ.α. περιγράφοντας και τους λαούς που κατοικούσαν σ’ αυτές. Επιπλέον, επισημαίνεται η παρουσία Τούρκων κατά την αρχαιότητα σ’ εκείνη την περιοχή του Πόντου. Θεωρούν ότι Τουρκικής καταγωγής κάτοικοι ήταν οι Τουρανλήδες. Με λίγα λόγια, οι Τούρκοι μαθητές μαθαίνουν από τη διαστρεβλωμένη ιστορία που τους διδάσκουν, ότι οι πρόγονοί τους βρισκόταν στην περιοχή, ταυτόχρονα με τους Έλληνες!
Μετά την κατάλυση του Μυδικού κράτους από τον Κύρο, οι πόλεις του Πόντου υπάχθηκαν στην Περσική Αυτοκρατορία, αλλά διατηρούσαν την αυτονομία τους. Κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Αχαιμενιδών οι πόλεις των ΒΑ μικρασιατικών ακτών, υπάγονταν στην ίδια σατραπεία. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα και τον Ηρόδοτο, η Τραπεζούντα και η περιοχή της δεν είχαν ουσιαστικά γνωρίσει τον περσικό ζυγό.
Στο κρατικό εγχειρίδιο με τίτλο Tarih Lise 2 (MEB, 2010) χωρίς να υπάρχουν αναφορές σε συγκεκριμένες έρευνες καταλήγουν στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι το 95% των τοπωνυμίων αλλά και των ανθρωπωνυμίων δεν έχει σχέση με την ελληνική γλώσσα και ότι ο πληθυσμός στο σύνολό του δεν έχει σχέση με τους Έλληνες. Η παραπάνω άποψη δεν είναι καινούργια. Εμφανίζεται από τη δεκαετία του ’30, όταν με προτροπή του Κεμάλ Ατατούρκ δημιουργήθηκε η Τουρκική Ιστορική Θέση (Türk Tarih Tezi) που αποτέλεσε την επίσημη εκδοχή της ιστορίας στη νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία. Ουσιαστικά πρόκειται για εφεύρεση της Ιστορίας, καθώς τα συμπεράσματα, στα οποία κατέληγαν οι υποτιθέμενες έρευνες, δεν βασιζόταν σε επιστημονικές μεθόδους.
Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ 1204-1461
Για τα γεγονότα που οδήγησαν στη δημιουργία της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας ή των Μεγάλων Κομνηνών, αναφέρονται τα εξής:
α) «Ο πληθυσμός της περιοχής άρχισε να ασπάζεται το χριστιανισμό με την ενσωμάτωσή του στους Ρωμαίους. Κατά τη διάρκεια της τέταρτης Σταυροφορίας (1202-1204), όταν οι Λατίνοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, ο Αλέξιος Κομνηνός έφυγε με την οικογένειά του, πέτυχε την κατάληψη παραλιακής λωρίδας από την Ηράκλεια (Ereğli) της Τραπεζούντας και την Κασταμονή μέχρι το Βατούμ, ίδρυσε το κράτος της Τραπεζούντας και ανέβηκε στο θρόνο σαν Αλέξιος Κομνηνός Α’. Μεταξύ αυτού του κράτους υπό τον Βυζαντινό πρίγκιπα Αλέξιο Κομνηνό και του προηγούμενου Βασιλείου του Πόντου, δεν υπήρχε οποιαδήποτε σχέση» (Kara K. ό. π., σ. 108).
Όταν ο στρατός των Λατίνων κατά την τέταρτη Σταυροφορία έφτασε μπροστά στην Κωνσταντινούπολη, η πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν αναστατωμένη εξαιτίας των ερίδων για το θρόνο. Το 1204, ο στρατός των σταυροφόρων, αντί να πάει στα Ιεροσόλυμα, κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη και ίδρυσε τη Λατινική Αυτοκρατορία. Πριν την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, η βασίλισσα της Γεωργίας Ταμάρα (1184-1212) βοήθησε τα μέλη της δυναστείας του Κομνηνού να ιδρύσουν νέο κράτος» (Cazgır V. κ.ά. ό.π., 2010, σ. 55)
β) Παρακάτω, προβάλουν την άποψη ότι κατά το Μεσαίωνα, ο πληθυσμός της Τραπεζούντας δεν ήταν Έλληνες στην καταγωγή! «Γενικά αυτοί που ήρθαν από το εσωτερικό του Καυκάσου και της Ανατολίας, αποτέλεσαν το ντόπιο πληθυσμό της περιοχής. Γι’ αυτό το λόγο στην αρχαιότητα έζησαν στην περιοχή ορισμένες φυλές ανεξακρίβωτης καταγωγής. Ένα τμήμα φαίνεται ότι προέρχεται από το γένος των Γεωργιανών. Την περίοδο του κράτους της Τραπεζούντας εγκαταστάθηκαν εδώ μερικές οικογένειες, με βυζαντινή καταγωγή. Δεν είναι δυνατό να πούμε ότι ήταν ελληνικής καταγωγής το σύνολο των ορθοδόξων, το οποίο ασπάστηκε το Χριστιανισμό, εξαιτίας της σύνθετης κοινωνικής δομής της περιοχής. Διότι είναι γνωστό ότι ο ορθόδοξος πληθυσμός της περιοχής είχε πάρα πολλά ιδιαίτερα έθιμα και ότι χρησιμοποιούσε μια τοπική διάλεκτο ταυτόχρονα με μια καθομιλούμενη γλώσσα, παρόμοια με την ελληνική. Γι’ αυτό το λόγο δεν υπήρχαν πολλοί δεσμοί των ανθρώπων της περιοχής, που ήταν χριστιανοί, με την Κωνσταντινούπολη ακόμα και το 1071» (Kara K., ό.π., σ. 108)
γ) Επισημαίνεται η τουρκική παρουσία στην περιοχή του Πόντου και ο σταδιακός εκτουρκισμός του ήδη από τα Βυζαντινά χρόνια:
«Στην Ανατολία από τον 11ο αιώνα αρχίζει μια νέα περίοδος. Αρχικά οι Κιπτσάκοι Τούρκοι (γύρω στο 850, κατοικούσαν στα ανατολικά της λεκάνης του Ταρίμ. Τον 11ο αιώνα άρχισαν να μετακινούνται δυτικά. Το 1054 βρέθηκαν στην βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας και εγκαταστάθηκαν στις ουκρανικές περιοχές. Διέφεραν από τις άλλες τουρκικές φυλές μιας και ήταν ξανθοί με λευκή επιδερμίδα)… Από την άλλη πλευρά, άρχισαν να έρχονται στην περιοχή ομάδες Τουρκμένων, που μεταφέρθηκαν εξαιτίας της πίεσης των Μογγόλων. Έτσι εκτουρκίστηκε η περιοχή σε μεγάλο βαθμό, χωρίς μα καταστρέψουν περισσότερο το κράτος της Τραπεζούντας » (Kara K., ό.π., σ. 108). Την Τραπεζούντα, από το 1209 μέχρι το 1261, προσπάθησαν να καταλάβουν διάφορα τουρκικά κράτη και ηγεμονίες, αλλά δεν τα κατάφεραν. Ωστόσο, η περιοχή εκτουρκίστηκε σε μεγάλο βαθμό πριν την καταστροφή της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, ως αποτέλεσμα των εγκαταστάσεων των Τουρκμένων στην περιοχή και των Κιπτσάσιων Τούρκων από το 1080. Σήμερα, σε μεγάλο βαθμό οι ρίζες των ανθρώπων, που ζουν στη Μαύρη Θάλασσα, προέρχονται από τους Κιπτσάσιους Τούρκους. Διότι αυτή η τουρκική φυλή ήταν διαφορετική από τα άλλα τουρκικά φύλα. Οι ηγεμόνες του κράτους της Τραπεζούντας, δίνοντας τις κόρες τους στους Τούρκους σουλτάνους και κυβερνήτες, δημιούργησαν συγγένειες και προσπάθησαν να επιβιώσουν με αυτό τον τρόπο» (Cazgız V. κ. ά. ό. π., 2010, σ. 55)
δ) Για τη σελτζουκική κατάκτηση της Τραπεζούντας αναφέρουν: «Μετά από τη νίκη στο Ματζικέρτ, η Τραπεζούντα για σύντομο χρονικό διάστημα βρέθηκε υπό σελτζουκική διοίκηση, ωστόσο το 1075 δεν ανήκε» (Cazgız V. κ. ά. ό. π., 2010, σ. 55)
ε) Παρακάτω, βλέπουμε την Τούρκικη προσέγγιση για τη γλώσσα που μιλούσαν οι χριστιανοί κάτοικοι του Πόντου από «μαρτυρίες» περιηγητών, χωρίς βεβαίως βιβλιογραφικές αναφορές ή παραπομπές σε πηγές: «Λατίνοι περιηγητές που έφτασαν στην περιοχή γύρω στα 1300, ονόμασαν Ελληνικά Τραπεζούντας τη γλώσσα που μιλούσαν εδώ που ήταν, ωστόσο, πολύ διαφορετική από την καθομιλούμενη ελληνική γλώσσα. Αργότερα την ονόμασαν «Γλώσσα της Τραπεζούντας». Οι βασιλιάδες που κυβέρνησαν τον τόπο, θεωρούσαν τους εαυτούς τους ντόπιους και δεν αποδέχονταν ότι είναι κληρονόμοι του Βυζαντίου. Από την άποψη αυτή, το κράτος της Τραπεζούντας, σύμφωνα με την ιστορική πραγματικότητα, δεν πρέπει να θεωρείται ελληνικό» (Cazgız V. κ. ά. ό. π., 2010, σ. 55) Τα Τουρκικά σχολικά εγχειρίδια επαναλαμβάνουν ότι στον Πόντο δεν υπήρχαν ουσιαστικά Έλληνες, αλλά «ελληνίζοντες χριστιανοί».
Ο ΠΟΝΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΟΚΡΑΤΙΑ
α) Ο εκτουρκισμός ολοκληρώνεται κατά τα σχολικά βιβλία κατά τη διάρκεια της Οθωμανοκρατίας.
«Τελικά, η ακολουθούμενη κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς, το 1461, εξαφάνισε τα τελευταία ίχνη του Βυζαντίου. Μετά απ’ αυτό, στην περιοχή, ακολούθησε μαζική εγκατάσταση Τούρκων που αποτέλεσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού της Μαύρης Θάλασσας, με την εγκατάσταση Τούρκων από την Ανατολία, το Ιράν, την εγκατάσταση τμήματος του λαού του Μπεηλικιού των Καραμανίδων, μετά την κατάληψη του Ικονίου και της Καραμανίας από το Φατίχ Σουλτάν Μεχμέτ Β’ τον Πορθητή. Αναγνωρίστηκε κάθε είδους δικαίωμα σε θρησκευτικό, πολιτιστικό και οικονομικό επίπεδο στους χριστιανούς, εντός του συστήματος των μιλλετιών και εξαιτίας της παραδοσιακής οθωμανικής ανεκτικότητας. Ο Τουρκικός πληθυσμός στις ακτές της ανατολικής Μαύρης Θάλασσας, στα τέλη του 19ου αιώνα, ήταν η πλειοψηφία σε σχέση με τον ορθόδοξο χριστιανικό» (Kara K., ό.π., σ. 108-109). Ακριβώς τα ίδια αναφέρει και ο Cazgız V. κ. ά. ό. π., 2010, στη σ. 55.
β) Ακολούθως, γίνεται λόγος για τις ελευθερίες που απολάμβαναν οι μη μουσουλμάνοι του Πόντου: «Οι μη μουσουλμάνοι, που ζούσαν μαζί με τους Τούρκους στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας κατά την οθωμανική περίοδο, διατηρούσαν ελεύθερα τις γλώσσες και τις θρησκείες τους στο πλαίσιο της θρησκευτικής ανοχής του οθωμανικού κράτους». (Cazgız V. κ. ά. ό. π., 2010, σ. 55. Η μοναδική μαρτυρία που επικαλούνται ορισμένα εγχειρίδια Ιστορίας για την καταγωγή των χριστιανών του Πόντου είναι αυτή του Κωνσταντινουπολίτη ιστορικού, Στέφανου Γερασίμου, ο οποίος υιοθετεί τις τουρκικές θέσεις. Η μαρτυρία του «ενισχύει» στα μάτια των μαθητών την επιχειρηματολογία της τουρκικής πλευράς, λόγω της ρωμαίικης καταγωγής του. Άρθρο του: Yerasimos S., «Pontus Meselesi (1912-1923)» [Το ζήτημα του Πόντου (1912-1923], Toplum ve Bilim, sayı: 43/44 Güz 1988-Kış 1989, σ. 33-76).
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ
α) Γίνεται αναφορά στην εμφάνιση του Ποντιακού ζητήματος:
«Η ιδέα της ίδρυσης του Ρωμαίικου κράτους του Πόντου στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας προέκυψε τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας και της απόκτησης της ανεξαρτησίας της Ελλάδας, διότι το τμήμα αυτό της Ανατολικής Μαύρης Θάλασσας με την ονομασία Πόντος αποτέλεσε έναν από τους στόχους της Μεγάλης Ιδέας». (Kara K., ό.π., σ. 109)
«Πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα, που είδε ότι άρχισε να καταρρέει το οθωμανικό κράτος, και το Ρωμαίικο Πατριαρχείο του Φαναρίου άρχισαν τις προπαγανδιστικές προσπάθειες, με σκοπό την ίδρυση ποντιακού κράτους σχετικά με τους Έλληνες που ζούσαν στην περιοχή της ανατολικής Μαύρης Θάλασσας». (Cazgız V. κ. ά. ό. π., 2010, σ. 56)
β) Γίνεται διευκρίνιση του ρόλου της ορθόδοξης εκκλησίας και της ελληνικής αστικής τάξης του Πόντου στη δημιουργία του Ποντιακού Ζητήματος. «Ο ορθόδοξος χριστιανικός πληθυσμός που ζούσε στο ανατολικό τμήμα της Μαύρης Θάλασσας θ’ αρχίσει να ασπάζεται την άποψη ότι ανήκει στην ελληνική κοινότητα. Όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί, που μιλούσαν τουρκικά ή ελληνικά και ζούσαν στην Ανατολία, οποιασδήποτε καταγωγής κι αν ήταν, θα επηρεάζονταν από τις δραστηριότητες αυτών που ενεργούσαν από κοινού με την αστική τάξη των Ρωμιών εν εξελίξει με τη ρωμαίικη ορθόδοξη εκκλησία, ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα». (Kara K., ό.π., σ. 109)
γ) Ακολούθως παρουσιάζουν το ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων στη Δημιουργία του Ποντιακού Ζητήματος:
«Δίπλα στην Αγγλία, τη Ρωσία, και τη Γαλλία σε αυτές τις προσπάθειες συμμετείχαν και διάφορες οργανώσεις, που εξάπλωσαν αυτά τα κράτη στην Τουρκία. Η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία υποστήριξαν τους ισχυρισμούς περί Πόντου που τους ήταν απαραίτητοι στην ανατολική πολιτική που ανέπτυξαν, προκειμένου να διαμελίσουν το οθωμανικό κράτος και να λάβουν μερίδιο από τα εδάφη. Επιπλέον κινητοποιήθηκαν πολιτικά για την ίδρυση ποντιακού κράτους, παίρνοντας στο πλευρό τους την Αμερική». (Cazgız V. κ. ά. ό. π., 2010, σ. 56)
«Οι Ρωμιοί του Πόντου, που είχαν εμπιστοσύνη στην υποστήριξη που λάμβαναν από τη Ρωσία και τα ευρωπαϊκά κράτη, που στόχευαν να λάβουν μερίδιο από την κληρονομιά διαμελίζοντας τα εδάφη του οθωμανικού κράτους, θέλησαν να ιδρύσουν ποντιακό κράτος στην περιοχή, σχεδόν ολόκληρης της κεντρικής και ανατολικής Μαύρης Θάλασσας, με κέντρο τη Σαμψούντα. Η Κασταμονή, η Τσανκιρί, η Γιοζγκάτ, η Σεβάστεια, η Τοκάτη, η Αμάσεια, η Τσόρουμ, η Γκιουμούσχανε και η Ερζιντζάν θα περιλαμβάνονταν στα όρια του κράτους. Με αυτό το σκοπό εκδόθηκαν χάρτες. Όταν συνέβαιναν αυτά τα γεγονότα στην περιοχή της κεντρικής και ανατολικής Μαύρης Θάλασσας, οι Έλληνες είχαν ξεκινήσει την κατάληψη της περιοχής του Αιγαίου». (Cazgız V. κ. ά. ό. π., 2010, σ. 57)
δ) Η προσπάθεια των Ελλήνων του Πόντου να διεθνοποιήσουν το Ποντιακό Ζήτημα:
«Μετά την ανάκτηση της κυριαρχίας από το οθωμανικό κράτος στην περιοχή της ανατολικής Μαύρης Θάλασσας, οι δραστηριότητες για το Ποντιακό άρχισαν να αποκτούν διεθνείς διαστάσεις και εντάθηκαν στη Ρωσία, την Ελλάδα, την Ευρώπη και την Αμερική. Στις 5 Μάη 1917, στην Τιφλίδα, πραγματοποιήθηκε το συνέδριο των «Καυκασίων της Ελλάδας» και στα μέσα Οκτώβρη 1917 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα ένα σημαντικό συνέδριο, που αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους των Ρωμιών της περιοχής. Οι εκπρόσωποι των Ποντίων που συμμετείχαν, ζούσαν στις παραλιακές ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Ακόμη, τον Οκτώβρη του 1917 ιδρύθηκε στο Παρίσι το «Εθνικό Κέντρο του Πόντου». Επιπλέον, δημιουργήθηκε μια ιδιωτική επιτροπή με παρόμοιο σκοπό στις Η.Π.Α.
Ήδη από το Σεπτέμβρη του 1917, άρχισε έντονη προπαγάνδα με διάφορα δελτία και εφημερίδες, που εκδίδονταν στο Παρίσι και στην Αθήνα (Kara K., ό.π., σ. 110-111)
ε) Σ’ αυτό το κεφάλαιο γίνεται μνεία για τις προσπάθειες του Βενιζέλου για τη δημιουργία της Ποντοαρμενικής ομοσπονδίας «Ο αρχικός στόχος του Βενιζέλου ήταν να εξαναγκάσει τους εκπροσώπους του Πόντου να συμφωνήσουν με τους Αρμένιους, επειδή διευκόλυνε την κατοχή, αφήνοντας μεταξύ δύο πυρών το εθνικό κίνημα στην Ανατολία. Οι Πόντιοι αρχηγοί που δεν παραιτήθηκαν από την ανεξαρτησία, διευκρίνισαν την αναγκαιότητα αυτής της πολιτικής και ότι θα μπορούσαν να ιδρύσουν μια ομοσπονδία με τους Αρμένιους». (Kara K., ό.π., σ. 112).
Για τα Τουρκικά σχολικά εγχειρίδια η συμφωνία για τη δημιουργία ποντιακού κράτους έγινε με το μητροπολίτη Χρύσανθο και προηγήθηκε του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι χριστιανοί του Πόντου «έπεσαν θύματα της προπαγάνδας» των Μεγάλων Δυνάμεων, της ρωμαίικης αστικής τάξης του Πόντου, καθώς και της ορθόδοξης εκκλησίας. Για την επίσημη τουρκική ιστοριογραφία η ρωμαίικη αστική τάξη και η ελληνική ορθόδοξη εκκλησία βρίσκονται πίσω από κάθε ελληνική δραστηριότητα σε βάρος της Τουρκίας. Επιπλέον, επικρίνεται ο ρόλος και η δράση του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, που στόχευε στην επανίδρυση του Βυζαντίου. (Atalay B., Fener Rum Ortodoks Patrikhanesi’nin Siyasi Faaliyetleri [Πολιτική Δράση του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Φαναρίου], İstanbul: Tarih ve Tabiat Vakfi Yayınları, 2001, Yıldırım D. & Sofuoğlu A., İstanbul Rum Ortodoks Patrikhanesi: Siyasi Faatliyeleriyle Osmanlından Cumhuriyet’e [Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης: η Πολιτική του Δράση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως τη Δημοκρατία], Ankara: Köksav Yayınları, 2010). Τα τουρκικά σχολικά βιβλία αναφέρονται εκτενώς στο ρόλο της ορθόδοξης τοπικής εκκλησίας που σε συνεργασία με τις ελληνικές αρχές, οργανώνει και εξοπλίζει ένοπλα αντάρτικα σώματα. Αυτά συμβαίνουν το 1908, μετά την επανάσταση των Νεότουρκων και την ανακήρυξη του Β’ Συντάγματος. Ορισμένοι από τους αντάρτες συμμετείχαν στους Βαλκανικούς Πολέμους στο πλευρό του ελληνικού στρατού. Τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιούνται σαν απόδειξη της αντιτουρκικής δράσης των Ελλήνων του Πόντου αλλά και της ανάμειξης του Ελληνικού κράτους στα εσωτερικά ζητήματα του Οθωμανικού κράτους.

Μέλη του Παμποντιακού Συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1921. Καθιστοί από αριστερά: Δ. Χαραλαμπίδης, Π. Μειλιχιάδης, Δ. Οικονομίδης, Ε. Παυλίδης, Π. Γελκεντζόγλου, Αρ. Νεόφυτος και Α. Πιαλόγλου. Όρθιοι 1ης σειράς: Θ. Παρασκευάς, Β. Καλλιφίδης, Γ. Θωίδης, Χ. Καλατζίδης, Ε. Δεϊρμεντζόγλου και Γ. Υψηλάντης. Όρθιοι 2ης σειράς: Κ. Σιδηρόπουλος, Ν. Κακουλίδης, Χ. Μυρίδης, Ν. Λεοντιάδης. Ε. Ελευθεριάδης και Θ. Ευκαρπίδης.
ΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

α) Επισημαίνεται ο ρόλος της εκκλησίας στη δημιουργία ένοπλου αντάρτικου σώματος:
«Στην περιοχή, το πρώτο ένοπλο αντάρτικο δημιούργησε ο μητροπολίτης Αμάσειας Γερμανός στην Σαμψούντα. Εξόπλισε τους αντάρτες με 50 τυφέκια Μάνλιχερ, που μεταφέρθηκαν με πλοίο ελληνικής εταιρείας. Επιπλέον, 20 περίπου αντάρτες στάλθηκαν στο μέτωπο, για να πολεμήσουν στο πλάι του ελληνικού στρατού στους Βαλκανικούς Πολέμους». (Kara K., ό.π., σ. 109)
«Οι εκκλησίες χρησιμοποιήθηκαν σαν αποθήκες όπλων και συστάθηκαν ομάδες ανταρτών με τις προπαγάνδες που γινόταν εκεί». (Cazgız V. κ. ά. ό. π., 2010, σ. 56)
«Στον εθνικό αγώνα ο Κεντρικός Στρατός, που αποτελούνταν από δέκα χιλιάδες άτομα, πέρασε σε δράση, προκειμένου να καταστείλει τον ξεσηκωμό των Ρωμιών το 1921. Ο μητροπολίτης και οι παπάδες στη Σαμψούντα παραδόθηκαν στο Δικαστήριο Ανεξαρτησίας (Αυτά τα δικαστήρια συστήθηκαν με το νόμο 21/11/9/1920, με σκοπό την εκδίκαση υποθέσεων φυγόστρατων. Δυο χρόνια μετά τροποποιήθηκε με το νόμο 249/31-1-1922 και τους δόθηκε δικαιοδοσία εκδίκασης υποθέσεων κατασκοπίας και προδοσίας της πατρίδας), επειδή συμμετείχαν σε τρομοκρατικές δραστηριότητες». (Cazgız V. κ. ά. ό. π., 2010, σ. 57)

β) Σ‘ αυτή την ενότητα παρουσιάζεται η δράση του Ελληνικού αντάρτικου στον Πόντο, όπως τον είδαν οι πένες των δοτών ιστορικών Kara K. και Cazgır V. Ας αρχίζουμε με τον Kara, όπου στο σχολικό εγχειρίδιο σελίδες 110-111-112 αναφέρει: «Ο Βασίλ Ουστά (Vasil Usta=μαστροβασίλης) και ο Δημήτριος Χαραλαμπίδης, οι πρώτοι αρχηγοί των ανταρτών που τους όπλισαν οι Ρώσοι με 2.000 τουφέκια, άρχισαν να καίνε τούρκικα χωριά και να σκοτώνουν τούρκους, με τη βοήθεια των Ρώσων, που επρόκειτο να κυριαρχήσουν. Οι πιο σημαντικοί στόχοι των Ποντίων ανταρτών στον πόλεμο ήταν η εξασθένηση της Τουρκίας, η έμμεση υποστήριξη του εχθρού, απασχολώντας τον τουρκικό στρατό και χτυπώντας τον πισώπλατα. Τελικά πραγματοποίησαν τις φιλοδοξίες τους με την ήττα της Τουρκίας και έκαναν αισθητή τω ρωμαίικη παρουσία στην περιοχή. Απέναντι στην ηθική κατάπτωση που δημιούργησε στους Τούρκους η ανακωχή, αυξήθηκαν οι δραστηριότητες των Ρωμιών, που καταλάβαιναν, πλέον, ότι το μέλλον ανήκε σ’ αυτούς. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ενισχύθηκαν πολύπλευρα οι δραστηριότητες για το Ποντιακό στο τμήμα της Ανατολικής Μαύρης Θάλασσας με τη βοήθεια και ενθάρρυνση της Ελλάδας και των κρατών της ΑΝΤΑΝΤ. Μετά την ανακωχή, οι Ρωμιοί του Πόντου εντατικοποίησαν τις διπλωματικές προσπάθειες. Από τη μια πλευρά προσανατολίστηκαν σε έντονες αντάρτικες δραστηριότητες στο εσωτερικό, ενώ από την άλλη προσπάθησαν να φέρουν πρόσφυγες απ’ έξω, με σκοπό να διασφαλίσουν την αύξηση του πληθυσμού στην περιοχή. Ιδιαίτερα η κατάληψη της Σαμψούντας στις 9 Μάρτη 1919 και της Μερζιφούντας στις 30 Μάρτη από τις Αγγλικές δυνάμεις άνοιξε το δρόμο για αύξηση των επιθέσεων από τους Πόντιους τσέτες. Οι ντόπιοι Ρωμιοί αντιμετώπισαν με εκδηλώσεις χαράς τους Άγγλους στρατιώτες».
Ο δε Cazgır V. περιγράφει τις καταστάσεις με τη δική του πανομοιότυπη και κατευθυνόμενη από τις ίδιες πηγές θέση στις σελίδες 56 και 57, ως εξής: «Μετά την αποχώρηση των Ρώσων, οι Ρωμιοί τσέτες, που σιώπησαν για ένα διάστημα, άρχισαν να δραστηριοποιούνται κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης των Παρισίων. Οι επιθέσεις των Ρωμιών τσετών στους Τούρκους παρουσιάστηκαν στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη σαν επίθεση των Τούρκων στους Ρωμιούς. Τσέτες οργανώθηκαν σε τόπους που υπήρχε σημαντικό τμήμα Ρωμιών, που το ‘σκασε από το στρατό στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μονάχα στην περιοχή Μπάφρας βγήκαν πολλοί Ρωμιοί τσέτες από έντεκα ρωμαίικα χωριά. Μετά την κατάπαυση του πυρός του Μούδρου, οι τσέτες ισχυροποιήθηκαν περισσότερο με όπλα που ήρθαν από την Ελλάδα. Εκτός από την Ελλάδα και οι Άγγλοι υποστήριξαν τις δραστηριότητές τους. Το αποτέλεσμα των επιθέσεων των τσετών ήταν η δολοφονία περισσότερων από επτακοσίων Τούρκων μόνο στη Σαμψούντα, όπου και διαπράχτηκαν λεηλασίες και βιασμοί. Όλα αυτά τα συμβάντα διαστρεβλώθηκαν πάλι στην κοινή γνώμη της Ευρώπης. Η Ποντιακή εξέγερση που διήρκεσε αρκετά, σε σχέση με τις εξεγέρσεις που ξέσπασαν στη διάρκεια του Απελευθερωτικού Πολέμου, καταπνίγηκε το 1923. Στη διάρκειά της, περίπου τέσσερα χρόνια, συνελήφθησαν 10.886 Ρωμιοί Τσέτες. Η πλειοψηφία των Ρωμιών της περιοχής μετανάστευσε στην Ελλάδα». Στη συνέχεια, τόσο ο Kara K. στη σελίδα 112 του σχολικού εγχειριδίου, αναφέρεται στις περιοχές δράσης των Ποντίων ανταρτών που τους χαρακτηρίζει τσέτες «Οι Πόντιοι τσέτες στο τμήμα της ανατολικής Μαύρης Θάλασσας, παράλληλα με την έναρξη της αποστράτευσης του τουρκικού στρατού μετά την Ανακωχή του Μούδρου, πέρασαν στην αντεπίθεση εναντίον των τουρκικών χωριών. Οι πρώτες επιθέσεις ξεκίνησαν το Νοέμβρη του 1918 από τη Nebya που βρίσκεται στην περιοχή της Μπάφρας. Αργότερα εξαπλώθηκαν στις περιοχές της Σαμψούντας, της περιοχής Çarşamba, της περιοχής του Vezirköprü (Βεζίρκιοπορου) της Terme, της Αμάσειας, της Μερζιφούντας, των περιοχών Kavak, της πόλης Lâdik (Λαοδίκεια) της περιοχής της Σαμψούντας, της Αργυρούπολης (Gümüşhacıköy) της περιοχής της Αμάσειας, της Havza, της Τοκάτης, της Erbaa και της Σεβάστειας (περιοχή Zara)», όσο και ο Cazgır V. Στη σχελίδα 56 της έκδοσης του 2010, αναφέρεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι Ρωμιοί του Πόντου δρουν υπέρ της Ελλάδας και της Ρωσίας κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου «Ορισμένοι Ρωμιοί που ζούσαν στην περιοχή κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, διέπρατταν κατασκοπεία για λογαριασμό της Ελλάδας και της Ρωσίας. Οργάνωναν επιθέσεις στα μετόπισθεν».
Οι Τούρκοι μαθητές του Λυκείου μαθαίνουν ότι το αντάρτικο, που δημιούργησαν οι Ρωμιοί του Πόντου, συνέβαλε στην εξασθένηση του τουρκικού κράτους και στη φθορά του τουρκικού στρατού, ώστε στη συνέχεια να επικρατήσουν οι Ρώσοι στην περιοχή του Πόντου. Η φράση «χτυπώντας πισώπλατα τον τουρκικό στρατό» δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην τουρκική σχολική ιστορία. Η ίδια μομφή προσάπτεται και στους Αρμένιους οι οποίοι «χτυπούν πισώπλατα» τους Τούρκους τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. (Dixon M. J., Education and National Narratives: Changing Representations of the Armenian Genocide in History Textbooks in Turkey. The International Journal of Education Law and Policy, Special Issue on Legitimation and Stability of Political Systems: The Contribution of National Narratives, 2010 σ. 103-126). Με αυτό τον τρόπο ο τούρκικος λαός παρουσιάζεται ως θύμα στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς αντιμετωπίζει εσωτερικούς και εξωτερικούς κινδύνους.
Στο επόμενο κεφάλαιο επισημαίνεται ο ρόλος της ορθόδοξης εκκλησίας και του ελληνικού κράτους στην ίδρυση και οργάνωση των σωματείων του Πόντου. Ο Kara K. Στη σελίδα 109 γράφει για το πρώτο σωματείο που ιδρύθηκε στην οθωμανική επικράτεια «άρχισαν να ιδρύοντα Ποντιακά σωματεία στην Τουρκία παράλληλα με πολλά άλλα, που είχαν συσταθεί από την Εθνική Εταιρεία μέχρι τη «Μαύρη Μοίρα», προκειμένου να πραγματοποιηθεί η Μεγάλη Ιδέα της Ελλάδας. Στην Τουρκία το πρώτο σωματείο ιδρύθηκε από το μοναχό Κλημάτιο (πιθανά να εννοεί Κλημέντιο), Ρωμιό μετανάστη στην Αμερική, σ’ ένα τόπο που ο λαός ονόμαζε ως μοναστήρι του Ινέμπολου (Ινέπολις). Οι βάσεις του Σωματείου του Πόντου τέθηκαν στο Αμερικάνικο Κολλέγιο της Μαζιφούντας το 1904, γίνονται αντιληπτές από τα έγγραφα που ανακαλύφτηκαν σε σχετική έρευνα στο κολλέγιο στις 16 Φλεβάρη του 1921. Σύμφωνα μ’ αυτά, το κολλέγιο εκπαίδευσε για το Ποντιακό Ζήτημα γύρω στους 1.000 νέους Ρωμιούς». Στη σελίδα 110 αναφέρει: «Το 1908 διευρύνθηκε η Οργάνωση του Πόντου, με την ίδρυση των σωματείων ‘’Müdafaa-i Meşrute’’ [Υπεράσπιση του Συντάγματος] στην πόλη της Σαμψούντας και αργότερα του ‘’Mukaddes Anadolu Rum’’[Ιερός Μικρασιάτης (Ρωμιός της Ανατολής)]. Το 1909 το Σωματείο του Πόντου μπήκε υπό τις διαταγές του σωματείου «Asya-i Suğra» [Μικρά Ασία] της Αθήνας με τη μεσολάβηση του Μητροπολίτη της Τραπεζούντας, άνοιξε παραρτήματα στην περιφέρεια της Μαύρης Θάλασσας, από το Βατούμ μέχρι το Ινέμπολου (Ινέπολη) χάρη στις ενέργειες και την καθοδήγηση των παπάδων και του Μητροπολίτη. Το πρώτο φυλλάδιο για τον Πόντο εκδόθηκε το 1910». Ο ίδιος (Kara K.), στην επόμενη σελίδα (111) του σχολικού εγχειριδίου γράφει «Ταυτόχρονα, στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στη Σαμψούντα, στο Βατούμ και στην Τυφλίδα ο έλληνας συνταγματάρχης Κατενιώτης, ο οποίος εργάστηκε στον Πόντο, και του ανατέθηκε η οργάνωση των δυνάμεων του Πόντου».
ΡΟΛΟΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ
Ο Ελληνικός Αθλητικός Σύλλογος Μερζιφούντας «Πόντος» ιδρύθηκε από μαθητές και αποφοίτους του Κολεγίου «Ανατόλια» το 1903. Στη διοίκησή του συμμετείχαν τόσο οι μαθητές όσο και οι δάσκαλοι του κολεγίου, και η δραστηριότητά του αφορούσε τους τομείς του αθλητισμού, του πνεύματος, της τέχνης. Επίσης, ο σύλλογος διοργάνωνε ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, δημιούργησε εξαιρετική βιβλιοθήκη, ενώ το 1910 ο σύλλογος ανέλαβε την έκδοση του περιοδικού Πόντος, Μηνιαίον δημοσίευμα φιλολογικόν, επιστημονικόν και παιδαγωγικόν. Ο Ελληνικός Αθλητικός Σύλλογος «Πόντος» κατέχει ιδιαίτερη θέση μεταξύ των συλλόγων εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του χαρακτήρα του, αφού συγκροτήθηκε στο πλαίσιο ενός σχολείου και ταυτόχρονα εργάστηκε για την ταυτότητα των μελών του.
Στις τελευταίες εκλογές, που έγιναν τον Μάιο του 1920, στο αξίωμα του προέδρου αναδείχθηκε ο καθηγητής Δ. Θεοχαρίδης, στη θέση του αντιπροέδρου ο Χαράλαμπος Ευσταθιάδης, γραμματέας ο Αναστάσιος Παυλίδης, ταμίας ο Συμεών Ανανιάδης, και υπεύθυνος για το αθλητικό τμήμα ο Γρηγόριος Τσακάλωφ. Όλοι τους 8 μήνες αργότερα θα συλλαμβάνονταν από τους Τούρκους, και με εξαίρεση τον Τσακάλωφ, ο οποίος ήταν Ρώσος πολίτης, θα δολοφονούνταν στην Αμάσεια το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1921.
Σημαντικό μέλος και αθλητής του Συλλόγου ήταν ο Συμεών Ανανιάδης. Ο Ανανιάδης γεννήθηκε στη Σαμψούντα, εισήχθη στο «Ανατόλια» το 1919, και ήταν πολύ καλός αθλητής του στίβου. Όπως γράφει ο συμμαθητής και φίλος του Ευθύμιος Κουζινός, το 1920 έβλεπε το μέλλον του ρόδινο: «Είχαμε επιβιώσει από σφαγές τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια και είχε βάλει τρεις στόχους, να πιάσει και εάν είναι δυνατόν να “σπάσει” το παγκόσμιο ρεκόρ στα 100 μέτρα, να φοιτήσει στην αμερικανική ιατρική σχολή στη Βηρυτό και να συνεχίσει σπουδές στη Βιέννη και να παντρευτεί μια όμορφη συμπατριώτισσά του από την περιοχή του Αλαχάμ η οποία φοιτούσε στο αμερικανικό Λύκειο. Μάλιστα κάθε Σάββατο δεν έχανε την ευκαιρία να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του “Πόντος”, όπου εκεί την έβλεπε ο Συμεών» (Couzinos E., Twenty three years in Asia Minor [1899-1922], New York, Vantage Press 1969, σ. 67).
Στις 12 Φεβρουαρίου 1921 οι Τούρκοι περικύκλωσαν το «Ανατόλια». Αρχικά έψαχναν για όπλα και εκρηκτικά και στη συνέχεια, αφού δεν βρήκαν τίποτα, κατευθύνθηκαν στο γραφείο του προέδρου του Κολεγίου Τζ. Γουάιτ. Εκεί οι Τούρκοι είδαν δύο χάρτες που απεικόνιζαν την περιοχή του Πόντου, σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Η εύρεση των χαρτών οδήγησε τους Τούρκους να ζητήσουν να δουν τη βιβλιοθήκη του συλλόγου «Πόντος». Στη βιβλιοθήκη υπήρχαν εκατοντάδες βιβλία στην ελληνική και ειδικότερα στην αρχαιοελληνική γλώσσα, έργα κλασικών συγγραφέων τυπωμένα τα περισσότερα στην Αθήνα. Ανάμεσά τους βρήκαν και ένα σημειωματάριο με τις δραστηριότητες του Συλλόγου, το οποίο θεωρήθηκε «επαναστατικό».
Η φωτογραφία του ποδοσφαιρικού τμήματος του Συλλόγου ερέθισε ακόμη περισσότερο τους Τούρκους. Οι αθλητές της ποδοσφαιρικής ομάδας «Πόντος» είχαν άσπρες και μπλε οριζόντιες ρίγες και το γράμμα «Π» στο στήθος.
Το βράδυ της ίδιας μέρας ο Συμεών Ανανιάδης, ο οποίος ήταν παρών κατά τη διάρκεια της εφόδου των κεμαλικών στη βιβλιοθήκη του Συλλόγου, μίλησε με τον Κουζινό, λέγοντάς του πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα. Όπως είπε ο Ανανιάδης, «αυτό είναι το τέλος». Λίγο πριν τις 12 το βράδυ τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του συλλόγου κατευθύνθηκαν στο γραφείο του προέδρου του Κολεγίου, όπου έγινε η σύλληψή τους από τους Τούρκους. Στην συνέχεια οδηγήθηκαν στην Αμάσεια όπου με ψευδείς κατηγορίες καταδικάστηκαν σε θάνατο μαζί με τις πιο σημαντικές προσωπικότητες του Ελληνισμού.
Οι σύλλογοι των Ελλήνων προήλθαν από την ανάγκη που βίωνε ο Ελληνισμός να διατηρήσει την ιδιαιτερότητά του, να ανυψώσει το πνευματικό του επίπεδο, να ενισχύσει τους ανήμπορους, να ασχοληθεί με τον αθλητισμό. Στη Μερζιφούντα, η οποία αποτέλεσε πηγή αξιόλογων επιτευγμάτων, οι Έλληνες ίδρυσαν συλλόγους ιδιαίτερα σημαντικούς για τη διάδοση της εθνικής αυτογνωσίας και αυτοσυνειδησίας. Ο Ελληνικός Αθλητικός Σύλλογος «Πόντος» Μερζιφούντας αποτέλεσε ένα θεσμικό δημιούργημα των Ελλήνων που συνέβαλε αποφασιστικά στην πνευματική, πολιτισμική, αθλητική και κοινωνική ανύψωση.
Ο Kara K. Συνεχίζει το ανθελληνικό του παραλήρημα στη σελίδα 110 ως εξής:
«Ο στόχος του Σωματείου του Πόντου ήταν η ίδρυση μιας ανεξάρτητης ‘Δημοκρατίας του Πόντου’, αναβιώνοντας το Αρχαίο κράτος του Πόντου προκειμένου στο μέλλον να ενωθεί με την Ελλάδα, κάνοντας τη Σαμψούντα πρωτεύουσα στην περιοχή από το Βατούμ ως την Ινέμπολου, μια περιοχή που περιελάμβανε τμήματα των βιλαετίων της Κασταμονής, της Αργυρούπολης (Gümüşhane), της Ερζιντζάν, της Σεβάστειας και των παράκτιων βιλαετίων της Τραπεζούντας, της Κατύωρας (Ορντού), της Κερασούντας, της Σαμψούντας. Το Σωματείο του Πόντου, θέλοντας να πραγματοποιήσει αυτό το στόχο, ξεκίνησε επαφές με τους τσέτες που είχε ήδη οργανώσει στην περιοχή. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναφορικά με την κατάληψη της Τραπεζούντας από τα ρωσικά στρατεύματα, εμφανίστηκε ανοιχτά εντείνοντας τη δράση για το Ποντιακό Ζήτημα. Οι Ρωμιοί που λιποτακτούσαν ή εναντιώνονταν στη διαταγή επιστράτευσης, όταν άρχισε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, αποτέλεσαν τους αντάρτες που στρατολογήθηκαν από τους Μητροπολίτες και το Σωματείο του Πόντου».
Ο έτερος των πληρωμένων κονδυλοφόρων του καθεστώτος, ο Cazğır V., στις σελίδες 56 και 57, για το ίδιο θέμα, συμπληρώνοντας τον Kara K. αναφέρει:
«…υπήρχε μια άλλη τρομοκρατική οργάνωση με την ονομασία Ιερό Ρωμαίικο Σωματείο Ανατολίας. Ωστόσο, χρησιμοποίησαν την ονομασία «επιτροπή» ή «οργάνωση» και κινούνταν ελεύθερα, όπως ένα πολιτικό κόμμα. Αλλά στην πραγματικότητα το καθένα ήταν ρωμαίικη τρομοκρατική οργάνωση. Αυτές εμπλέκονταν σε γεγονότα, όπως σύσταση συμμοριών, ληστείες, δολοφονίες, βιασμούς στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας μαζί με τις πολιτικές δραστηριότητες που ασκούσαν με στόχο να ιδρύσουν ποντιακό κράτος στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Οι ανατρεπτικές και διχοτομικές δραστηριότητες των Ρωμιών στην Τουρκία δεν περιορίστηκαν μονάχα στον ξεσηκωμό του Πόντου. Με τους διάφορους συλλόγους που ίδρυσαν από κοινού το ρωμαίικο Ορθόδοξο Πατριαρχείο και η Ελλάδα αλλά προετοίμασαν το έδαφος για επικράτηση αναρχίας στο κράτος. Ιδιαίτερα το σωματείο «Μαύρη Μοίρα» υποστηριζόταν από την Ελλάδα και το Ρωμαίικο Ορθόδοξο Πατριαρχείο και τις οργανώσεις των προσκόπων. Επιπλέον με τη Μαύρη Μοίρα συνεργαζόταν ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός και η Επιτροπή Προσφύγων. Το σωματείο Εθνική Εταιρεία που ιδρύθηκε πριν από τον ελληνικό ξεσηκωμό και το Σωματείο Μαύρη Μοίρα συνεργαζόταν με το Σωματείο του Πόντου για την ίδρυση Ποντιακού Κράτους».
ΕΛΛΗΝΙΚΗ «ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ» ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
α) Η αμφισβήτηση των στατιστικών του Πατριαρχείου, αναφορικά με τον ελληνικό πληθυσμό του Πόντου.

Ο Kara k.. στη σελίδα 111 για το θέμα αυτό αναφέρει: «Σε σχέση με τις επίσημες οθωμανικές στατιστικές του 1914, οι Πόντιοι αρχηγοί, παρουσίαζαν αρκετά αυξημένο ρωμαίικο πληθυσμό, καθώς τον παραφούσκωναν, στηριζόμενοι στις στατιστικές του Πατριαρχείου με σκοπό να ενισχύσουν τους ισχυρισμούς, λίγο πριν από τη Διάσκεψη της Ειρήνης και παρά το γεγονός ότι ζούσαν 10% Ρωμιοί στο σύνολο [του πληθυσμού] της περιοχής».
Ο δε Cazğır V. στη σελίδα 56 αναφέρει: Οι Ρωμιοί όπως οι Αρμένιοι δημοσίευσαν διογκωμένες στατιστικές πληθυσμών. Επιπλέον ισχυρίστηκαν ότι μετανάστευσαν οι Ρωμιοί της περιοχής της Μαύρης Θάλασσας στη Ρωσία, για να γλυτώσουν από τις τουρκικές επιθέσεις. Απεναντίας, μέσα στα τελευταία πενήντα χρόνια εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, αφού μεταφέρθηκε η πλειοψηφία, 30.000 Ρωμιοί από τη Ρωσία. Σύμφωνα με τη στατιστική που έδωσε ο Βενιζέλος στη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων, στις επαρχίες της Τραπεζούντας, της Σεβάστειας και της Κασταμονής υπήρχαν 2.735.000 Τούρκοι έναντι 477.828 Ρωμιών. Στον πληθυσμό των Ρωμιών είχε προστεθεί και ο πληθυσμός 400.000 Ρωμιών της Νότιας Ρωσίας. Παρόλα αυτά, το ποσοστό του ρωμαίικου πληθυσμού δεν έφτανε το 18% του τουρκικού πληθυσμού…
β) Προσπάθειες του ελληνικού κράτους και του Πατριαρχείου να αλλοιώσουν την πληθυσμιακή σύνθεση στον Πόντο
Σύμφωνα με τον Kara K. (σ. 111): Το αποτέλεσμα των ενεργειών που έγιναν από κοινού από το πατριαρχείο και την Ελλάδα, ήταν η μεταφορά από 30 χιλιάδων προσφύγων στην περιοχή της Σαμψούντας τα τελευταία 50 χρόνια. Ωστόσο, στην περίοδο της ανακωχής εντατικοποιήθηκε η συστηματική μεταφορά προσφύγων στην περιοχή και σε ορισμένες άλλες περιοχές του οθωμανικού κράτους, από τις νότιες ακτές της Ρωσίας και τον Καύκασο. Σ’ αυτό το διάστημα αποφασίστηκε να γίνει ανεξάρτητος ο Πόντος πρώτα στο Συνέδριο του Πόντου που συγκλήθηκε στο Βατούμ στις 6 Ιούλη του 1919 με τη μεσολάβηση του Ελληνικού Ανώτατου Κομιτάτου και του Πατριαρχείου, να τοποθετηθούν οι Χρύσανθος, Κωνσταντινίδης και Οικονόμου ως απαραίτητοι υπεύθυνοι εκπρόσωποι για τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων, ενώ λήφθηκε απόφαση για ένωση με την Ελλάδα στη συνέχεια». Με αυτούς τους ανυπόστατους και ψευδείς ισχυρισμούς, οι Έλληνες, παρουσιάζονται ως αναξιόπιστοι, καθώς παρουσιάζουν «ψευδή» στοιχεία στη Διάσκεψη Ειρήνης. Στοιχεία για τον πληθυσμό του Πόντου το 1914 βρίσκουμε στο βιβλίο του καθηγητή ιστορίας Κωνσταντίνου Φωτιάδη με τίτλο «Οι εξισλαμισμοί στη Μικρά Ασία και οι κρυπτοχριστιανοί του Πόντου» που παρατίθενται πιο κάτω.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρομε ότι οι εξισλαμισμοί είχαν τρεις σοβαρές συνέπειες: 1. Τον κρυπτοχριστιανισμό, 2. Την αποχώρηση των ελληνικών πληθυσμών στα ορεινά μέρη γύρω από μεγάλα μοναστήρια και 3. Την μετανάστευση στο εξωτερικό. Οι συνέπειες αυτές γνώρισαν πολύ μεγάλη έξαρση στην περιοχή του Πόντου.
Θα πρέπει να αναζητήσουμε τις αρχές του μαζικού κρυπτοχριστιανισμού στην περίοδο των μεγάλων διωγμών και των βίαιων ομαδικών εξισλαμισμών που έγιναν στην περιοχή. Άρα, το φαινόμενο πρέπει να συσχετιστεί με ορισμένες μόνο περιόδους και όχι με όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας. Αυτό όμως, λόγω της σπουδαιότητάς του, θα αναλυθεί με ξεχωριστό άρθρο κατά το προσεχές διάστημα.
Θρησκευτικές ομάδες στον Πόντο
Μωαμεθανοί 1.006.000
Ορθόδοξοι Έλληνες 696.495
Αρμένιοι Γρηγοριανοί & Καθολικοί 60.000
Προτεστάντες 5.000
Σύνολο 1.767.495
Εθνοτικές ομάδες στον Πόντο
Τούρκοι (μαζί με άλλες εθνότητες) 772.600
Έλληνες 929.895
Αρμένιοι 60.000
Ευρωπαίοι 5.000
Σύνολο 1.767.495
Θρησκευτική σύνθεση του Ελληνικού πληθυσμού
Ορθόδοξοι Έλληνες 696.495
Μουσουλμάνοι Έλληνες 190.000
Κρυπτοχριστιανοί 43.000
Σύνολο 929.895
Παρατηρήσεις
1. Στις επίσημες οθωμανικές στατιστικές αναφέρονται μουσουλμάνοι και όχι Τούρκοι (Karpat H.K., Ottoman Population 1830-1914: Demographic and Social Characteristics, Madison: The University of Wisconsin Press,1985)
2. Στο μουσουλμανικό πληθυσμό της απογραφής περιλαμβάνονταν οι Τούρκοι, οι Κούρδοι, οι Κηζηλμπάσηδες, οι Κιρκάσιοι, οι Πομάκοι και οι Βόσνιοι.
3. Στις αναφορές των Τούρκων συγγραφέων για προσπάθειες ενίσχυσης του Ελληνικού στοιχείου του Πόντου με τη συνεργασία του πατριαρχείου και του Ελληνικού κράτους δεν αναφέρεται πρωτογενές ιστορικό υλικό.
4. Επαναλαμβάνεται συχνά η άποψη ότι το κράτος του Μιθριδάτη δεν έχει καμιά σχέση με την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, εφ’ όσον το πρώτο δεν είχε σχέση με τους Έλληνες.
5. Με την αναφορά ότι στα χρόνια της οθωμανοκρατίας οι Τούρκοι έδειχναν ανοχή σε διαφορετικές θρησκείες, γλώσσες, ήθη και έθιμα όλων των λαών του Πόντου, οι Τούρκοι μαθητές συμπεραίνουν ότι οι χριστιανοί απολάμβαναν δικαιωμάτων και ελευθεριών, επομένως δεν είχαν κανένα δικαίωμα να αμφισβητήσουν την τουρκική κυριαρχία.
6. Τονίζεται ο ισχυρισμός ότι η Ελλάδα με τη βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά κυρίως με τη δράση του πατριαρχείου και της ανερχόμενης αστικής τάξης, δημιουργεί την υπόθεση του Πόντου για να αποσπάσει εδάφη από την οθωμανική αυτοκρατορία.
7. Τα σχολικά βιβλία δικαιολογούν την ένοπλη δράση των Τούρκων που υποτίθεται θέλησαν να προστατέψουν τον άμαχο τουρκικό πληθυσμό από τα εγκλήματα των Ποντίων, οι οποίοι κατέστρεφαν και έκαιγαν τα τουρκικά χωριά και συνεργάζονταν με τους εχθρούς του οθωμανικού κράτους.
8. Τονίζεται ότι δεν υφίσταται κανένα ζήτημα στον Πόντο, εφόσον το θέμα λύθηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης και την Ανταλλαγή των Πληθυσμών.
Συχνά πυκνά αναφέρεται η προσπάθεια της Ελλάδας για αναγνώριση της γενοκτονίας από τη μεριά της Τουρκίας και από τον υπόλοιπο κόσμο και τούτο εκλαμβάνεται ως εχθρική ενέργεια που στρέφεται κατά της ακεραιότητας της χώρας.

Ελάχιστοι είναι σήμερα οι Τούρκοι ιστορικοί και ιστορικοί ερευνητές, που αποκλείνουν από την επίσημη κρατική θέση και θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε «αιρετικούς». Χαρακτηριστικά θεωρώ ότι οφείλουμε να αναφέρουμε το όνομα του Πόντιου λαογράφου από την Τραπεζούντα Ομέρ Ασάν (Ömer Asan, 1996, Pontos kültürü [Ο πολιτισμός του Πόντου], İstanbul: Belge Yayınları), τον Τούρκο μόνιμο κάτοικο της Γερμανίας Ali Erdem (Τούρκος πολίτης που ζει στη Φραγκφούρτη, που για 16 χρόνων δεν μπορούσε να γυρίσει στην Τουρκία ως ανεπιθύμητος, ο οποίος αγωνίζεται για τα δικαιώματα των αυτόχρονων λαών της Μικράς Ασίας) ο οποίος καταγγέλλει το 2002 ότι: « η Τουρκία προσπαθεί να απαγορεύσει στους απογόνους των θυμάτων να θυμούνται, να απαιτούν το δίκαιο και τη δικαιοσύνη. Τέτοια εγχειρήματα τα αντιλαμβανόμαστε όχι μόνο ως προσβολή των παθόντων λαών, αλλά και ως βαριά προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Παρόλο που η Βουλή της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνώρισε το 1987 τη Γενοκτονία των Αρμενίων ως μια ιστορική πραγματικότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις η απάνθρωπη προσέγγιση της Τουρκίας γίνεται ακόμα ανεκτή από την πλευρά της ευρωπαϊκής Ένωσης ή καλύτερα των χωρών της ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Τουρκία ιδρύει στα τουρκο-αρμενικά σύνορα προκλητικά ψευτομνημεία, για να θυμίζουν μια δήθεν «γενοκτονία των Αρμενίων ενάντια στους Τούρκους». Η διαστρέβλωση δεν έχει όρια πια. Ακόμη και τα οστά των θυμάτων της Γενοκτονίας των Αρμενίων προσαρμόζονται με το ζόρι και εκτίθενται ως «θύματα Τούρκων». Τα τουρκικά σχολικά βιβλία είναι πολύ μακριά από την επιστημονική αλήθεια και την ηθική. Τα θέματα εκτοπισμός και Γενοκτονία δικαιολογούνται σύμφωνα με το τουρκικό κρατικό δόγμα. Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο οι κύριοι υπεύθυνοι της Γενοκτονίας, όπως ο Talaat Pasa, να παρουσιάζονται ως ήρωες και υποδειγματικοί πατριώτες. Τα σχολικά βιβλία περιλαμβάνουν όχι μόνο ρατσιστικές ιδέες και αντιλήψεις των ιστορικών γεγονότων, αλλά και την πλήρη απάρνηση και περιφρόνηση άλλων λαών και της Ιστορίας τους, οι οποίοι συνεχίζουν να υπάρχουν ως ‘μειονότητες στην Τουρκία. Στο μάθημα της μητρικής γλώσσας για τουρκόφωνα παιδιά η πραγματικότητα στις χώρες της ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι διαφορετική. Σε κράτη όπως η Γερμανία, η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ολλανδία κτλ., όπου τουρκόφωνα παιδιά διδάσκονται στη μητρική τους γλώσσα, υπάρχει ανεκτικότητα για τις παραποιήσεις της Ιστορίας και την πλύση εγκεφάλου που γίνεται. Εμάς ασφαλώς μας ενδιαφέρουν τα διατάγματα και οι νόμοι του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας ή καλύτερα του ομόσπονδου κρατιδίου στο οποίο ζούμε. Στο σύνταγμα της πόλης Hessen αναφέρονται τα ακόλουθα, ενάντια στην παραποίηση του μαθήματος της ιστορίας: «Το μάθημα της Ιστορίας πρέπει να στρέφεται προς την πιστή αυθεντική παρουσίαση του παρελθόντος. Σ’ αυτή την προσπάθεια πρέπει να μπαίνουν στο επίκεντρο της διδασκαλίας οι μεγάλοι ευεργέτες της ανθρωπότητας, η ανάπτυξη του κράτους, της οικονομίας, του πολιτισμού και της κουλτούρας, όχι όμως οι στρατηγοί, οι πόλεμοι και οι σφαγές.» (Σύνταγμα της πόλης Hessen αρθ. 56, παρ. 5).
Άξια προσοχής πιστεύω πως είναι και η τοποθέτηση του συγγραφέα και μεταφραστή Attila Tuygan, ο οποίος συνελήφθη πολλές φορές γιατί είχε γράψει πολλά κείμενα για τη Γενοκτονία των Αρμενίων, για τον τουρκικό εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο και την άσχημη μεταχείριση των Ελλήνων της Ανατολής.
Επίσης, το άρθρο του ιστορικού και κοινωνιολόγου Taner Akçam «Οι εκτοπίσεις και οι σφαγές των Ελλήνων 1913-1914: πρόβα για τη Γενοκτονία των Αρμενίων» είναι ένα άρθρο μέσα από το οποίο μπορεί να πάρει κανείς μια γεύση της ελληνικής γενοκτονίας.
Βαθύς γνώστης της ιστορίας των ελληνοτουρκικών θεμάτων του 20ου αιώνα, Ο Σαίτ Τσετίνογλου, στο πλούσιο συγγραφικό του έργο για τους Νεότουρκους, τον Κεμαλισμό, το Ποντιακό ζήτημα και τον ληστρικό φόρο varlik vergisi (φόρος περιουσίας 1942-1944) αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές των κρίσιμων γεγονότων χάρη στο αξιόλογο υλικό που έχει στη διάθεσή του. Αντίθετα, συναντούμε 93 βιβλία, 119 άρθρα περιοδικών και 12 διατριβές και μεταπτυχιακές εργασίες, σχεδόν το σύνολό τους στην τουρκική γλώσσα πλην ελαχίστων που γράφτηκαν στην αγγλική γλώσσα αλλά από Τούρκους συγγραφείς.
Πηγές
Ελληνικά
Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας και του Πόντου, Ευστάθιου Πελαγίδη, 2001
Κωνσταντινουπολίτες, Αιγυπτιώτες, Μικρασιάτες και Πόντιοι στην Ελλάδα Ιωάννη Ιακωβίδη, Εκδόσεις Σιδέρη, Ιακωβίδη, 2013
Οι πατρίδες των Ελλήνων, τόμος Α’, Θεόδωρος Καρζάης, εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2002
Τουρκικά Εγχειρίδια
Cazgır V., Genç İ., Çelik, M., Genç C. & Türedi Ş., Ortaoğretim Tarih 10. Sınıf [Ιστορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης 10η Τάξη], İstanbul:M.E.B.,2009.
Cazgır V., Yavuz S. & Ceyhun N., Tarih Lise 2 [Ιστορία Λυκείου 2], İstanbul:M.E.B.,2010.
Gögüş B., İlkokular için Türkçe 2 [Τουρκικά Β’ Τάξης για τα Δημοτικά Σχολεία], İstanbul: Milli Eğitim Basımevi, 1984
Gögüş B., İlkokular için Türkçe 4 [Τουρκικά Δ’ Τάξης για τα Δημοτικά Σχολεία], İstanbul: Milli Eğitim Basımevi, 1984
Gögüş B., İlkokular için Türkçe 5 [Τουρκικά Ε’ Τάξης για τα Δημοτικά Σχολεία], İstanbul: Milli Eğitim Basımevi, 1984
Kara k. Lise Tarih 2 [Ιστορία Λυκείου 2], İstanbul: Önde, 2010
Koz M. S., Hancı Arıfe & Hancı Muzafer, İlköğretim Belirli Günler ve Haftalar [Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση Συγκεκριμένες Ημέρες και Εβδομάδες], İstanbul: Serhat Yayınları A.Ş.
Oğuzkan T., Öz M. F., Demiray K. & Özdemir E., Güzel Türkçe 3 [Ωραία Τουρκικά 3], İstanbul: İnkılâp ve Aka kitabevleri Koll. Şti, 1974.
Özaltun S. & Tekısık H.H., İlköğretim Türkçe 6 [Δημοτική Εκπαίδευση Τουρκικά 6], Ankara: Tekışık Yayıncılık, 1997, sayfa (σελίδα) 204
Tunç İ & Tunç A., Türkçemiz İlkokul 1 Sınıf [Τα Τουρκικά μας Α’ Δημοτικού], Δ’ Έκδοση, İstanbul: M.E.B, 1981
Türkkan M., Türkkan M., Dalaman M. & Erdil Ü., İlköğretim Türkçe 3 [Δημοτική Εκπαίδευση Τουρκικά 3], İstanbul: Gendaş A. Ş., 1997
Uygun S. & Arslan A., İlköğretim Türkçe 1 [Δημοτική Εκπαίδευση Τουρκικά 1], İstanbul: Cemre Yayıncılık, 1994
Uygun S. & Arslan A., İlköğretim Türkçe 2 [Δημοτική Εκπαίδευση Τουρκικά 2], İstanbul: Cemre Yayıncılık, 1994
Yentürk Y., Belirli Günler ve Haftalar [Συγκεκριμένες Ημέρες και Εβδομάδες], İstanbul: Bilgi Başarı Yayın Evi, 2007.

Ανακάλυψε περισσότερα από Επιτομή ειδήσεων
Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τις τελευταίες αναρτήσεις στο email σας.




